Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

ΤΕΡΜΙΤΕΣ

Απαγορευεται οποιαδηποτε μερικη η ολικη αντιγραφη κειμενων η φωτογραφιων που υπαρχουν σε αυτην την ιστοσελιδα χωρις την ενγκριση του δημιουργου. Καθε διαφορετικη ενεργεια θα υποκειται στο νομο περι προστασιας πνευματικης ιδιοκτησιας.
Το βιβλίο αυτό το αφιερώνω
στα πολυαγαπημένα μου παιδιά Παρή και Γιάννη
με την ελπιίδα μέσα απ αυτό
να γνωρίσουν καλύτερα
το μπαμπά τους
Επισης το αφιερωνω σε ολους εκεινους
που με βοηθησαν να συνεχισω τη ζωη μου
στις δυσκολιες που συναντησα,
στον αγαπημενο μου αδελφο Φωτη,
στους γονεις μου,
στους φιλους των Τερμιτων
στον Ατρειδη
και φυσικα στους ΤΕΡΜΙΤΕΣ
Επισης πολλα ευχαριστω στο Κωστα Θεριουδακη για τις ορθογραφικες διορθωσεις των κειμενων και για το τονικο συστημα..

Παυλος Κικριλης
ΝΟΙΟΘΩ ΠΟΛΛΑ - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΤΕΡΜΙΤΗ

Κεφαλαιο 1


Θυμάμαι ήταν αρχή καλοκαιριού όταν κατάλαβα για πρώτη φορά
μια μεγάλη αλλαγή μέσα μου. Όλα ήταν πια διαφορετικά. Ο
τρόπος που έβλεπα, που μιλούσα, που σκεφτόμουν. Κάθε κίνηση
έμοιαζε καινούργια σαν να ήμουν άλλος άνθρωπος, σαν να ήμουν
άνδρας. Κι όμως ήμουν ακόμα παιδί.
Αυτή τη περίοδο γνώρισα φίλους και φίλες που καθορίσαν την
άποψη μου για τη ζωή όπως και τη μη λογική για πολλούς σκέψη
μου.
Και τώρα που το σκέφτομαι ίσως να μην είχαν άδικο οι
άνθρωποι για το τρόπο ζωής μου. Ίσως εγώ να είμαι ο
περίεργος, αλλά τελικά αυτό δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία
τώρα πια.
Η αίσθηση του καπνού στο στόμα μου άρχισε να μου δίνει μια
αίσθηση διαφορετική, μια αίσθηση ανδρισμού και ταυτόχρονα
ντροπής.
<δώσε ένα τσιγαράκι ρε Λαρρυ..> και πρόσεξα να μη βγει στο
μπαλκόνι η μαμά μου και με δει.
<έλα μέσα ρε βλάκα να καπνίσουμε με την ησυχία μας> μου
φώναξε ο Λαρρυ (Λαυρέντης), κάνοντας μου νόημα να μπω στη
κάβα του αδελφού του, Ατρείδη. Ήταν ακριβώς απέναντι από το
σπίτι μου στη Πλάκα και πάντα φοβόμουν ότι οι γονείς μου θα
μ’ έβλεπαν και μετά ποιος τους άκουγε!
Ευτυχώς όμως υπήρχε μια κουρτινίτσα που σκέπαζε τα εσωτερικά
σκαλοπάτια του παταριού μέσα στη κάβα. Εκεί από πίσω
κρυβόμουνα και τράβαγα τζούρες από το τσιγαράκι μας, που όσο
ήταν απαγορευμένο, τόσο πιο ωραίο ήταν. Ένοιωθα σαν να έκανα
μια επανάσταση, μια κόντρα στο τι πρέπει να κάνω.
Με το σχολείο, γυμνάσιο τότε, δεν τα πήγαινα και παρά πολύ
καλά, γιατί βαριόμουνα αυτό το ηλίθιο σύστημα που έπρεπε να
μαθαίνω πράγματα άχρηστα κατά τη δικιά μου λογική. Ήταν όπως
ακριβώς όταν μικρό με έβαζε η μαμά μου να κοιμηθώ το
μεσημέρι χωρίς να νυστάζω, μονό και μονό γιατί έτσι έπρεπε!
Θυμάμαι τότε που από μονός μου είχα καταργήσει τους τόνους,
δασείες, οξείες και όλα τα συναφή γιατί τα θεωρούσα άχρηστα
και κουραστικά χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο. Το τι είχα
ακούσει από τους γονείς μου ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω.
Κι αυτό γιατί ήμουνα μεγάλη αντίθεση με τον αδελφό μου Φώτη
που ήταν καταπληκτικός στο σχολείο και ιδιαίτερα στα
μαθηματικά. Τώρα όμως είχε φύγει για σπουδές στην Αμερική
και τον ζήλευα μονό και μονό γιατί θα μπορούσε να κάνει ότι
θέλει χωρίς να τον ελέγχει κανείς.
Και ενώ το τσιγαράκι μας πήγαινε φυσά ρούφα, νάσου
εμφανίζεται και ο <τσιχλης>ο γιος του θυρωρού. Ο Χρήστος
ήταν τόσο αδύνατος που μπορούσες να διακρίνεις τους μυς από
τα σαγόνια του με τη παραμικρή σύσπαση του προσώπου του.
< τι γίνεται!> είπε. <θα έρθετε να κλωτσήσουμε καμιά μπάλα..?> Συνήθως ρίχναμε κανένα σουτάκι και ο τσιχλης έκανε
τον τερματοφύλακα χρησιμοποιώντας για τέρμα τα ρολλά ενός
μαγαζιού που ήταν ακόμα ξενοίκιαστο. Ο Λαυρέντης καλός
μπαλαδόρος όπως ο ίδιος έλεγε, πάντα έκανε φιγούρες με το
στήθος και τα γόνατα, μέχρι να πετύχει ένα εντυπωσιακό σουτ,
ανεξάρτητα αν θα πήγαινε προς τα ρολλά η όχι. Όμως πάντα τα
κατάφερνε να εντυπωσιάζει και να σε κάνει να τον θέλεις για
παρέα.
Ο Λαυρέντης καταγόταν από το Βόλο και είχαν έρθει στην Πλάκα
με τη μητέρα του και τους δυο αδελφούς του γιατί είχε χάσει
το πατερά του σε μικρή ηλικία. Η μητέρα του μια εκκεντρική
κυρία της παλιάς σχολής με προοδευτικές όμως Ιδέες, αυστηρή
και κάπως απόμακρη, ήθελε να εντυπωσιάζει με τις θέσεις της
περί ιδεών και ζωής χωρίς να δέχεται κανένα διάλογο από ότι
θυμάμαι. Περίεργα όμως με είχε συμπαθήσει γιατί έως τότε
ήμουν ένα ήσυχο παιδί της γειτονιάς που της άρεσε να κάνει
παρέα ο γιος της.
Οι άλλοι της γιοι ήταν ο Ατρειδης και ο Σωκράτης. Όταν
πρωτοάκουσα τα ονόματα έμεινα έκπληκτος και πραγματικά
θαύμασα αυτή τη γυναικά για το τόσο μπροστά μυαλό της.
Ο Ατρειδης εκείνη την εποχή είχε τη κάβα και ο Λαρρυ δούλευε
εκεί περιστασιακά στην αρχή και μόνιμα μετά από την αποβολή
του από το γυμνάσιο οπού αποφάσισε να μην ξαναπάει. Εκεί που
και που πήγαινα και εγώ παρέα βοηθώντας στο κουβάλημα γιατί
ήμουνα γερό παιδί λόγω της ασχολίας μου με τον αθλητισμό.
Φυσικά όλα αυτά περί αθλητισμού τελείωσαν πολύ γρήγορα και
αντικαταστάθηκαν με καφενεία και ποδοσφαιράκια, πράγμα πολύ
φυσικό για εκείνη την εποχή. Ήταν η εποχή που ασχολήθηκα πιο
πολύ και με τη μουσική και λιγότερο με όλα τα άλλα, με
αφορμή ένα απόγευμα που γρατζουνίσαμε λίγο τις κιθάρες με το
Λαρρυ, μπαίνοντας μέσα μου το όνειρο του μουσικού και της
καριέρας. Ήταν κάτι πολύ αόριστο αλλά και πολύ όμορφο, τόσο
όμορφο που πολλά βραδιά έπλαθα όνειρα με συναυλίες, κόσμο
πολύ να μας χειροκροτα και για μια περίοδο έτσι με έπαιρνε ο
ύπνος κάθε βράδυ.
Σιγά σιγά λοιπόν και σε ηλικία δεκαοκτώ χρονών φτιάξαμε το
πρώτο νοητό μας συγκρότημα με μέλη το Λαρρυ και εμένα
ονομάζοντας το PL-band.δηλαδη Παύλος και Λαρρυ band. Όλες
μας οι χαρές και όλα μας τα προβλήματα ξεκίνησαν από εκείνη
τη μέρα που φτιάξαμε το πρώτο μας όνειρο.
Πέρασε αρκετός καιρός από τότε και απέναντι από το σπίτι μου
άνοιξε μια μπουάτ, η Λύδρα από οπού πέρασαν μεγάλοι
καλλιτέχνες της εποχής. Για μια περίοδο εκεί τραγουδούσε και
ο Πάνος Τζαβέλας και μαζί του άρχισε την πρώτη του δουλειά
σαν τραγουδιστής ο Λαρρυ. Τραγούδησε σε αρκετές μπουάτ από
ότι θυμάμαι και όλοι έλεγαν καλά λόγια για το φίλο μου. Όμως
το συγκρότημα πάντα υπήρχε στη καρδιά του.
Η παρέα τώρα πια είχε γίνει κάτι σαν αδέλφια και καθημερινά
περνάγαμε ώρες ατελείωτες στη πλατεία της Πλάκας μιλώντας
για θέματα που μας απασχολούσαν, για μουσικά συγκροτήματα,
για όνειρα ζωής και έτσι πέρναγε το βραδύ χωρίς να το
καταλαβαίνουμε, με αποτέλεσμα την ώρα που οι γονείς μου
πήγαιναν για δουλειά, εγώ να γυρνάω σπίτι. Και φυσικά
ατελείωτοι καβγάδες, για το τι έκανα και που ήμουν.
Η όλη παρέα κύλαγε με τον ίδιο τρόπο μέχρι που ήρθε η στιγμή
ο Λαρρυ να πάει φαντάρος και μετά ένα χρόνο περίπου και εγώ.
Εκεί η απόσταση μας σαν φίλοι δεν μεγάλωσε, αλλά βλεπόμαστε
αραιά και που. Πέρασαν τα χρόνια με ιστορίες πόνου και
γέλιου στον Ελληνικό στρατό, γιατί τότε ακόμα υπήρχαν αρκετά
μόνιμα καθίκια εκεί και ήρθε η περιβόητη και πολυπόθητη μέρα
της απόλυσης μου μετά από τριάντα τρεις μήνες θητείας. Ο
Λαρρυ υπηρέτησε προστάτης(τυχερός και άτυχος) και ήταν έξω
αρκετό καιρό πριν από εμένα. Όμως σε όλες τις άδειες μου
ήμασταν παρέα. Ήμασταν σαν αδέλφια.
Θυμάμαι μόλις απολύθηκα πέρασα από το σπίτι μου πήρα τη
κιθάρα και αμέσως έτρεξα να βρω το Λαρρυ που έμενε πλέον με
τον αδελφό του τον Ατρείδη σε μια παλιά μονοκατοικία ακριβώς
κάτω από την Ακρόπολη. Εκεί αγκαλιαστήκαμε φιληθήκαμε και
από αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια μας σαν μουσικοί και σαν φίλοι.

1

Μαζί μου έφερα από το στρατό ένα
καινούργιο φίλο, που περιέργως είχαμε γεννηθεί την ιδία
ακριβώς ημερομηνία και έτος στο ίδιο νοσοκομείο με ιδία
ομάδα αίματος στον ίδιο λόχο και φυσικά τάγμα στο στρατό και
διάφορες άλλες συμπτώσεις. Ο φίλος αυτός ονομαζόταν Τάκης,
και το σπουδαιότερο!! Έπαιζε κι αυτός κιθάρα. Πολύ γρήγορα
μπήκε κι αυτός στη παρέα και έγινε φίλος κολλητός και
αδελφικός. Δεν άργησε φυσικά να μετονομαστεί το συγκρότημα
που ήδη είχαμε και έτσι προστέθηκε ένα ψηφίο, το J. Δηλαδή
P.L.J. band. (Παύλος, Λαρρυ, Τζίμι )
Τώρα πια το μονό που έλειπε ήταν το υλικό. Το υλικό που θα
μας απογείωνε, όχι στο κόσμο, αλλά στα όνειρα μας. Στα
όνειρα που τόσο καιρό κάναμε και είχε έρθει η ώρα να τα
πραγματοποιήσουμε. Όμως επειδή ήμασταν και λίγο ψωνισμένοι
με τη καριέρα στο εξωτερικό, γιατί έτσι καθόταν καλυτέρα το
όνειρο, γράψαμε τους πρώτους στίχους μονοί μας στα αγγλικά
και προσπαθήσαμε να τους μελοποιήσουμε όχι ανεπιτυχώς όπως
σήμερα βλέπω! Έτσι δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να
ετοιμαστούν τα πρώτα τέσσερα τραγούδια που έψαχναν τρόπο να
ακουστούν στέλνοντας μας στον ύψιστο βαθμό ικανοποίησης.
<εγώ λέω να πάμε σε κάποια εταιρεία> προτείνε ο Τζιμης καθώς
όλοι σκεφτόμασταν τι να κάνουμε.
<και σε ποιον να πάμε ρε Τζίμη και ποιος να μας ακούσει? Δεν βλέπεις ότι μονό τα λαϊκά έχουν πέραση?> του απάντησα.
Ο Λαρρυ σκεπτικός δεν απάντησε ούτε σχολίασε τίποτα, αλλά
φαινόταν στο πρόσωπο του ότι κάτι καλό είχε στο νου του.
Μα επιτελούς, σκέφτηκα. θα μιλήσεις η όχι?
Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς κανένας να πει τίποτα, μέχρι που η
σιωπή και μαζί το αίνιγμα λυθήκαν.
<το βρήκα> είπε ο Λαρρυ κοιτώντας στο κενό αόριστα και με
ύφος .
<θα βγάλουμε ένα δίσκο μονοί μας χωρίς να έχουμε ανάγκη κανένα. Με δικά μας έξοδα κι έτσι θα κάνουμε και ότι γουστάρουμε. Τι λέτε?>
Το τι επακολούθησε δεν λέγεται. Πετάχτηκα όρθιος
αγκαλιάζοντας τον και ένα ξέφρενο γλέντι άρχιζε με γέλια και
γεμάτοι κέφι σε βαθμό που ίσως να μην θυμόμασταν και γιατί
γλεντούμε μετά από λίγη ώρα. Η αφορμή πάντως για τα γέλια
είχε δοθεί ανεξαρτήτως θέματος! Συνήθως έτσι γινόταν. Από
κάτι αρχίζαμε και στο τέλος δεν θυμόμασταν γιατί γελάμε.
Τώρα ήμασταν όλοι στην αναζήτηση χρημάτων για την εκπλήρωση
της απόφασης μας. Δύσκολο πράγμα, σκέφτηκα. Εγώ πως θα
ζητήσω από τους γονείς μου, αφού δεν θέλουν να ακούνε για
αυτά τα όνειρα. Κάπως αλλιώς με φανταζόντουσαν και Κάπως
αλλιώς τους έβγαινα. Εκείνοι σ ένα περίπτερο έτρωγαν τη ζωή
τους από το πρωί ως το βράδυ για να ζήσουμε κι Εγώ έπρεπε να
τους κάνω να καταλάβουν. Δύσκολο. Πολύ Δύσκολο. Οι
περιστασιακές φίλες μου σκέφτηκα ούτε που θα έδιναν σημασία.
Από εκεί για να πάρεις λεφτά πρέπει να δώσεις και τη ψυχή
σου.
Αποφάσισα λοιπόν να βοηθάω τους γονείς μου στο περίπτερο τα
μεσημέρια ώστε να μαζέψω κάποια χρήματα για το σκοπό μας.
Πέρασε αρκετός καιρός τότε με πρόβες συζητήσεις και με
ωραίες πραγματικά στιγμές. Ανέμελες στιγμές που θα θυμάμαι σ
όλη μου τη ζωή.
Τώρα τα χρήματα υπήρχαν (όλοι μαζί τα βρήκαμε) και είχε
έρθει η στιγμή της ηχογράφησης. Θυμάμαι ότι μια μέρα πριν
δεν μπόρεσα να κοιμηθώ, όπως ακριβώς όταν μας πήγαιναν
εβδομαδιαία εκδρομή με το γυμνάσιο και δεν έκλεινα μάτι τη
προηγουμένη. Ίσως από τον ενθουσιασμό...δεν ξερώ γιατί!
Η μέρα αυτή της ηχογράφησης ήταν μια μεγαλειώδης μέρα.
<και Τώρα που έχουμε το υλικό στα χεριά μας, ήρθε η ώρα να το σπρώξουμε> είπε ο Λαρρυ.
<ναι, αλλά πως θα γίνει αυτό?> του απάντησα σαν να μην το
είχα σκεφτεί αυτό ποτέ πριν. Και πραγματικά ο ενθουσιασμός
ήταν τόσο μεγάλος που μονό η ηχογράφηση μ ενδιέφερε. Το τι
θα γινόταν μετά....
<Ας το δώσουμε στο ραδιόφωνο. Υπάρχουν παραγωγοί που τους αρέσει να παρουσιάζουν καινούργιες δουλειές> απάντησε ο
Τζίμης
Τελικά η πορεία από αυτό το δισκάκι που περιλάμβανε τέσσερα
τραγούδια, ήταν αυτό που ορίζει η λογική και όχι τα όνειρα
και το συναίσθημα. Πήγε σε μετρικούς παραγωγούς ραδιόφωνου
και μοιράστηκε σε φίλους και γνωστούς, που σήμερα είναι
υπερήφανοι (όπως λένε) που το έχουν. Εγώ πάντως αυτό που
είχα κρατήσει το έδωσα κάπου και σήμερα δεν το έχω. Παρά
Πολύ μ έχει στενοχωρήσει αυτό.
Πέρασε καιρός παίζοντας σκάκι στη πλατεία της Πλακάς
φλερτάροντας τη καινούργια δουλειά που θα κάναμε. Μουσική
δουλειά φυσικά.
Ήταν η εποχή που αγόρασα (μαλλον που μου αγορασαν οι γονεις μου)
για πρώτη φορά μια μοτοσικλέτα,
κάτι που ήθελα από πολύ μικρός και έτσι τώρα είχα τη
δυνατότητα να πάω διακοπές με κάτι δικό μου, με κάτι που
αγαπούσα τόσο πολύ. Με μια δικιά μου, καταδίκη μου
μοτοσικλέτα. Αυτή μου έδινε την αίσθηση της ελευθερίας, όταν
ο αέρας κέρναγε κυριολεκτικά μέσα από τη ψυχή μου.
<ξέρεις κάτι ρε Παύλο!> μου είπε ο Λαρρυ
και χωρίς στην ουσία να περιμένει απάντηση, συνέχισε να λέει
<έχω μια ιδέα μια πολύ καλή ιδέα> μικρή παύση
Λαρρυ <τελευταία διαβάζω πολύ τη Καινή Διαθήκη και....>
Π <και σκέφτεσαι να γίνεις παπάς> του είπα γελώντας
Λ <περίμενε ρε! ακόμα δεν πρόλαβα να σου πω και...>
Αϊ άντε πες το επιτέλους! Παίζεις με την αγωνιά μου?>
Καλά καλά. άκου..>
Μικρή σιωπή και η αγωνιά μου έχει φτάσει στα ύψη. Ξερώ ότι
κάτι για το συγκρότημα θα πει. Το Ξερώ...
<Σκέφτηκα να κάνουμε ένα ολοκληρωμένο μουσικό έργο με θέμα την αποκάλυψη του Ιωάννη. Έχω μάλιστα αρχίσει κάτι...και νομίζω ότι θα είναι δύσκολη υπόθεση αλλά αξίζει το κόπο. Τι λες...>
Για μια στιγμή έμεινα έτσι να τον κοιτάζω στα ματιά χωρίς να
Ξερώ τι να πω, όχι γιατί δεν μου άρεσε η ιδέα, αλλά γιατί
είχα μείνει έκπληκτος.
Μιλά ρε μαλάκα, σ αρέσει η όχι?>
Εγώ απλώς του έγνεψα καταφατικά χωρίς να μπορώ να αρθρώσω
ούτε λέξη. Στα ματιά μου όμως μπορούσε να καταλάβει τη σκέψη
μου και να διακρίνει την έκπληξη μου.
Και ξέρεις κάτι... θα κάνουμε τη δουλειά Αυτή και μετά θα
σου πω πως θα τη προωθήσουμε>
Ήμουν προσηλωμένος στις σκέψεις του και περίμενα με αγωνιά
τι θα μου πει
Όταν θα έχουμε τα tape στα χέρια, θα κάνουμε ένα ταξίδι στο
εξωτερικό και θα τα δώσουμε να τ ακουστούν οι....ξέρεις
ποιοι?>
Ποιοι θα ακουστούν στο εξωτερικό τη δικιά μας δουλειά. Πλάκα
κάνεις?>
Όχι, είπε .Δεν σου κάνω καθόλου Πλακά. ξέρεις ποιοι?>
Θα με τρελάνεις ρε Λαρρυ. λέγε ποιοι>
Οι PINK FLOYD>
ΠΟΙΟΙ?>
Λ< Οι Pink Floyd. δεν ακουσες?.>
Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ένα σφίξιμο στο στήθος, ήθελα να
μιλήσω μα δεν μπορούσα. Οι Floyd Ήταν το συγκρότημα που
ακούγαμε με δέος και πάθος και Ήταν κάτι σαν μουσικό ίνδαλμα
για μας. Θυμάμαι ότι επειδή αργούσαν να κυκλοφορήσουν οι
δίσκοι τους στην Ελλάδα, περιμέναμε πως και πως να ακούσουμε
τη καινούργια κυκλοφορία τους από την εκπομπή του Γιάννη
Πετρίδη που το προέλεγε καμία δυο βδομάδες πριν την
κυκλοφορία.
Πέρασαν αρκετές βδομάδες από τότε που το όνειρο μας έφαγε τη
καινούργια του ένεση και εν το μεταξύ γνωρίσαμε ένα τρελό
τύπο αλλά ωραίο τρελό, που έπαιζε τύμπανα. Ο Τόλης ο
καινούργιος φίλος μας μπήκε κι αυτός στο δικό μας τρόπο ζωής
χωρίς κανένα πρόβλημα προσαρμογής.
Έτσι άρχισαν οι συνεχείς συναντήσεις στο σπίτι του Λαρρυ,
οπού το είχαμε μετατρέψει σ ένα μικρό στούντιο με τα λίγα
και φτηνά όργανα μας. Εκεί από το πρωί ως το βράδυ παίζαμε
τα καινούργια μας μουσικά θέματα μελετώντας παράλληλα την
αποκάλυψη του Ιωάννη. Μαζί μας ήταν διάφοροι φανατικοί φίλοι
που γνωρίζαμε από δω και από κει κυρίως όμως από τη πλατεία
οπού ήταν το μέρος των συναντήσεων μας, δηλαδή το στέκι μας.
Εκεί γνωρίσαμε ένα πολύ περίεργο αλλά συμπαθητικό τύπο, τον
Αρίωνα που μόλις είχε εκδώσει ένα βιβλίο με το τίτλο
Ετοπία. Ο Αρίωνας δεν άργησε να γίνει κολλητός και οι
τρέλες του (για τους άλλους) που τις μετέφερε με τη μορφή
φιλοσοφίας είχαν αρκετό ενδιαφέρον για το πως μπορεί να
βλέπει τη ζωή ένας άνθρωπος.
Είχε μπει πια για τα καλά το καλοκαίρι όταν ο Λαρρυ μας
έκανε πρόταση να πάμε όλο το συγκρότημα στο εξοχικό του
σπίτι στο Πτελέο, ένα παραθαλάσσιο ψαροχώρι(τότε), στην
είσοδο του Παγασητικού.
Η μητέρα του θα έλειπε, κι έτσι αφού θα έλειπε η γάτα θα
χορεύαμε εμείς τα ποντίκια. Όλοι μαζί είπαμε το ναι χωρίς
καμιά αντίρρηση και έτσι σε λίγες μέρες εγκατασταθήκαμε Εκεί
μαζί με τα όργανα μας για τις τελικές πρόβες πριν από την
ηχογράφηση της καινούργιας δουλειάς από την Αποκάλυψη του
Ιωάννη με τίτλο δισκου’’ARMAGEDDON". Μαζί μας ήρθε και ο
αδελφός του Λαρρυ, ο Ατρειδης, που ανεπίσημα ήταν ο
συμβουλάτορας και manager μας.
Λ <δεν ακούω. Δυνάμωσέ μου λίγο τ ακουστικά...> Το σπίτι
ήταν καταπληκτικό. Μόνο δέκα μέτρα από τη θάλασσα σε ένα
μικρό υψωματάκι έβλεπε στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου
σαν να ήθελε να ελέγχει ποιος μπαίνει και βγαίνει. Τελικά
ήμασταν πειρατές η μουσικοί? Η ψυχική μας κατάσταση ήταν
τέλεια και μας είχε συνεπάρει. Κάθε απόγευμα άρχιζε η πρόβα
και Όλοι οι νέοι του χωριού μαζεύονταν κάτω από το σπίτι σαν
να παρακολουθούσαν κάποια συναυλία. Ίσως αυτή να ήταν η
πρώτη μου εμπειρία στο να παίζω μπροστά σε κοινό. Σε λίγο
καιρό είχαμε γίνει το συγκρότημα του χωριού αλλά Μονό για τη
νεολαία γιατί οι μεγάλοι σε ηλικία προσπαθούσαν να κρατήσουν
μακριά τα παιδιά τους επειδή μας θεωρούσαν αλητάκους και
ναρκομανείς. Μάταια όμως! Όσο τους έλεγαν να μην μαζεύονται
κάτω από το σπίτι μας και να μην μας μιλάνε, τόσο πιο πολλοί
έρχονταν και τόσο πιο πολλούς φίλους κάναμε! Μαζί με αυτούς
τους φίλους κάναμε τακτικά πάρτυ στις παραλίες του χωριού με
μπυρίτσες και τραγούδια και σύντομα μπήκε στη παρέα μας μια
κοπέλα τουρίστρια από τη Γερμανία, η Σούζη. Στη διάρκεια της
παραμονής μας Εκεί πολλοί από το χωριό την ερωτευτήκαν γιατί
πραγματικά ήταν εντυπωσιακή κοπέλα! Η ιδιαίτερη της
συμπάθεια όμως σε μένα, με έκανε να αισθάνομαι λίγο αμήχανα,
γιατί μπορούσα να έχω κάτι, που οι φίλοι μου ήθελαν πολύ
αλλά δεν μπορούσαν. Αργότερα κατάλαβα ότι σ αυτά τα θέματα
ευγένειες δεν είχαν θέση.
Πέρασε λοιπόν και αυτό το καλοκαίρι, μαζευτήκαμε πάλι στη
γειτονιά μας, αλλά τώρα ήμασταν πανέτοιμοι για την
ηχογράφηση. Κλείσαμε ένα Στούντιο που το είχαν δυο αδέλφια
στο υπόγειο του σπιτιού τους στο Χαλάνδρι. Αυτά τα παιδιά
είχαν καταπληκτικές γνώσεις και πολύ καλά μηχανήματα για την
εποχή εκείνη. Ο ένας από αυτούς σήμερα είναι ιδιοκτήτης του
ποιο γνωστού studio ηχογραφήσεων, του SIERRA και το όνομα
του Αχλαδιώτης.
Τους άρεσε η ιδέα περί μελοποίησης της Αποκάλυψης κι έτσι
μας βοηθήσαν πολύ στον ήχο και στα effects.
Λίγο καιρό πριν ξεκινήσουμε γνωρίσαμε ένα περίεργο τύπο,
κιθαρίστα, που μας εντυπωσίασε με τη τεχνική του και το
ιδιαίτερο στυλ του.
Δεν ήταν άλλος από τον Αντώνη Μιτζέλο που αμέσως έγινε μέλος
κι αυτός των P.L.J. band και που στη πορεία σημάδεψε τον ήχο
μας όχι μόνο από το τρόπο που έπαιζε αλλά και από τις
συνθέσεις του.
Όλα λοιπόν έτοιμα, ψυχικά ήμασταν τέλεια, τίποτα δεν
μπορούσε να μας σταματήσει και.......
Π <Λαρρυ καλά ακούγεσαι εδώ έξω, συνέχισε... τα πας περίφημα..>
Έγραφε τους οδηγούς της φωνής για να μπορούμε να ξέρουμε τι
μας γίνεται όταν ηχογραφούμε. Η Αποκάλυψη φυσικά ήταν σε
Αγγλική γλώσσα γιατί όπως πάντα θέλαμε τη καριέρα στο
εξωτερικό. Έτσι ο Λαρρυ επειδή δεν ήξερε αγγλικά, τα είχε
γραμμένα με λατινικούς χαρακτήρες και προσπαθούσε να μιμηθεί
τη προφορά. Μιλάμε για πολύ γέλιο που κάποιες φορές τον
ενοχλούσε, αλλά στο τέλος δεν μπορούσε να κρατηθεί και
ξέσπαγε κι αυτός σε ατελείωτα γέλια. Τι στιγμές!! Τα μόνα
Ελληνικά λόγια στο δίσκο, ήταν μια απαγγελία που στην αρχή
είχε κάνει ένας φίλος μας, αλλά στα τελικά tape την έκανα
εγώ.
Από ότι θυμάμαι, νομίζω ότι η δουλειά ήταν έτοιμη σε εξήντα
η εβδομήντα ώρες, ρεκόρ για το είδος, μιας κι ένας
συνηθισμένος δίσκος στην Ελλάδα χρειάζεται περίπου διακόσες
ώρες ηχογράφησης.
Τώρα τα tape ήταν στα χέρια μας και ήμασταν αποφασισμένοι να
πουλήσουμε πολύ ακριβά το τομάρι μας.

. 3 .

Αποφασισμένοι λοιπόν να γίνουμε γνωστοί πάση θυσία, παίρνουμε τη μεγάλη απόφαση να ξεκινήσουμε ένα ταξίδι χωρίς ημερομηνία επιστροφής, για το Παρίσι και μετά για Λονδίνο. Σκοπός του ταξιδιού ήταν να πάμε τα tape με τη δουλειά μας στη POLYGRAM(δισκογραφικη εταιρεια) στο Παρίσι, και μετά αν χρειαστει να πάμε Λονδίνο για να βρουμε τους Pink Floyd με ελπιδα τη συμμετοχη τους στο δίσκο μας.
Ξέραμε ότι η Polygram στο Παρίσι είχε κάνει αρκετές δουλειές με Έλληνες καλλιτέχνες όπως το περιβόητο 666 των AFRODITES CHILD. Έτσι οι ελπίδες μας ήταν πολλές, αλλά δεν Ξέραμε από την αρχή που και σε ποιον να απευθυνθούμε.
Πιστεύοντας ότι το υλικό που είχαμε στα χεριά μας ήταν αρκετά πρωτοποριακό για την εποχή και για την Ελλάδα, ξεκινήσαμε χωρίς καμιά αναστολή.

Το ταξίδι ξεκίνησε ένα πρωινό του Ιουνίου με παρέα τον Ατρειδη(manager), το Λαρρυ, εμένα, ένα φίλο μας από τη Πλάκα το Γιώργο, το Τόλη και τον άλλο αδελφό του Λαρρυ, το Σωκράτη που θα τον αφήναμε στην Ιταλία. Όλοι μαζί μέσα στο αυτοκίνητο του Ατρείδη, ένα Ford aglia station που από την αρχή παρουσίαζε προβλήματα θερμοκρασίας όταν ξεπέρναγε τα ογδόντα χιλιόμετρα την ώρα. Το πρόβλημα παρουσιάστηκε στα πρώτα εκατό χιλιόμετρα του ταξιδιού μας και εκεί έγινε μια μικρή σύσκεψη για το αν πρέπει να συνεχίσουμε η να γυρίσουμε πίσω. Είχαμε ακόμα τουλάχιστον έξη με επτά χιλιάδες χιλιόμετρα να διανύσουμε.
Κι όμως από ότι θυμάμαι δεν χρειάστηκε αρκετή ώρα για να συμφωνήσουμε όλοι ότι πίσω δεν γυρνάμε χωρίς να έχουμε εκπληρώσει το στόχο μας, το σκοπό μας. Γυρίζοντας λοιπόν το διακόπτη του αυτοκινήτου και με εμένα στο τιμόνι, ξεκινήσαμε το ταξίδι που θα μας έκανε γνωστούς. Έτσι τουλάχιστον νομίζαμε.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Τα χρήματα μας λιγοστά, ίσα ίσα για τη βενζίνη και για μερικές κονσέρβες. Μαζί μας κουβέρτες για ύπνο και μια σκηνή γιατί δεν χωράγαμε να κοιμηθούμε όλοι μέσα στο αυτοκίνητο.
Τη πρώτη μέρα περάσαμε στην Ιταλία οπού μας έγινε σχολαστικός έλεγχος μάλλον για ναρκωτικά γιατί η εμφάνιση μας ήταν αρκετά rock. Έφεραν σκυλιά να ψάξουν το αυτοκίνητο και η ατυχία ήταν ότι αυτά δεν έφευγαν από μέσα γιατί μύριζαν τα σκυλιά του Λαρρυ που τα έβαζε συνεχεία στο αυτοκίνητο κι έτσι είχε τη μυρωδιά τους. Μετά από πολλή ώρα και αφού είδαν ότι τίποτα δεν είχαμε μας αφήσαν να φυγουμε κι έτσι ξεκινήσαμε για τη πρώτη πόλη. Μέσα στο πλοίο πριν φτάσουμε είχαμε κάνει δυο φίλες τουρίστριες (Ιρλανδέζες) που θα μας ακολουθούσαν από πόλη σε πόλη στην Ιταλία, αλλά με ωτοστόπ, γιατί φυσικά δεν χωρούσαν σε μας.
Πρώτη στάση λοιπόν στο Μπάρι οπού το ραντεβου με τις φίλες μας ήταν πάντα στο σταθμό της κάθε πόλης που πηγαίναμε. Εκεί υπήρχε μια μεγάλη πλατεία με κόσμο να περιφέρεται, άλλοι με τα μωρουδιακά τους καροτσάκια, κι άλλοι να κάθονται ανέμελα στα παγκάκια συζητώντας και γελώντας. Η Ιταλία από τη πρώτη στιγμή σε κέρδιζε με την ομορφιά της .
<πρέπει από τώρα να βρουμε ένα μέρος να αράξουμε το αυτοκίνητο το βράδυ για να τη πέσουμε λιγάκι> είπε ο Ατρειδης κοιτάζοντας γύρω γύρω.
<σήμερα λέω να κοιμηθούμε λίγο έξω από τη πόλη και πρωί πρωί να φεύγουμε> πρόσθεσε
Έτσι οδηγήσαμε τ αυτοκίνητο σ ένα σκοτεινό μέρος λίγο ποιο έξω από τη πόλη αφήνοντας τις φίλες μας στη πλατεία με ραντεβού στην επόμενη πόλη.
Εκεί ο Γιώργος και ο Τόλης έστησαν τη σκηνή δίπλα από το αυτοκίνητο και κοιμηθήκαμε οπού μπορούσε ο καθένας να βολευτεί.
Το πρωί όλοι ελαφρώς πιασμένοι από τον ύπνο (αν λέγεται ύπνος αυτός) φτιάξαμε φραπεδάκια με τα σύνεργα που είχαμε πάρει Μαζί μας και χωρίς πολλές συζητήσεις κάθισα στο τιμόνι, διπλά μου ο Λαρρυ και οι άλλοι τέσσερεις πίσω γιατί ήταν οι ποιο αδύνατοι.
<Ευτυχώς να και ένα προνόμιο να είναι κανείς χοντρός...>είπα στο Λαρρυ και χαμογέλασα.
Ο Λαρρυ χωρίς πολλές συζητήσεις και εμφανώς κουρασμένος με το χάρτη στα χέρια προσπαθούσε να μας οδηγήσει στο περιφερειακό της πόλης από οπού θα παίρναμε το δρόμο για τη Ρώμη!
Μετά από αρκετούς κύκλους και ερωτήσεις στα Ιταλικοαγγλικογαλλικογερμανικα, (έτσι συνήθως έφτιαχνε τις προτάσεις ο Ατρειδης, βρήκαμε το δρόμο για την επιτυχία μας! Φυσικά οι άνθρωποι μας έδειχναν το δρόμο όχι γιατί καταλάβαιναν τον Ατρείδη, αλλά γιατί ακούγαν το όνομα της πόλης που ψάχναμε, κι έτσι με νοήματα μας έδειχναν προς τα που να πάμε. Όμως εμείς σκάσαμε στα γέλια και αρχίσαμε να μιλάμε μ αυτό το τρόπο σαν να το είχαμε κάνει κάτι σαν μόδα. Ατελείωτες ώρες οδήγησης με μέγιστο όριο ταχύτητας τα ογδόντα, γιατί το πρόβλημα στο αυτοκίνητο όλο και μεγάλωνε. Τώρα ευτυχώς είχαμε αφήσει το Σωκράτη σε μια πόλη που τη έλεγαν EL GRECO και ήμασταν λίγο πιο άνετοι. (Ο Σωκράτης ταξίδευε στην Ιταλία τακτικά γιατί η δουλειά του ήταν το εμπόριο.) Μετά από αρκετές ώρες τελικά είδαμε τη ταμπέλα που μας έλεγε ότι η Ρώμη απέχει μόνο πενήντα χιλιόμετρα. <επιτελούς > είπε ο Τόλης
Κανένας δεν του απάντησε.
Έβγαλα μια κασέτα του Λουτσιο Ντάλα και την έβαλα στο κασετόφωνο. Η κούραση μας είχε αρχίσει κιόλας να φεύγει και η διάθεση μας ηρθε πάλι στα ίσια της.
<στη Ρώμη έχει κάτι γκομενάρες που θα πάθουμε πλάκα !> μονολόγησε ο Γιώργος<και εσύ που το ξέρεις ρε ξύπνιε!> του απάντησε ο Λαρρυ
Γ < τις έχω δει στη τηλεόραση ρε..οι Ιταλίδες είναι αστερία>
<εμένα το μονό που με ευχαριστεί είναι που αφήσαμε το Σωκράτη κι έτσι είμαι λίγο πιο άνετος εδώ πίσω..> είπε ο Τόλης
< πρέπει να δούμε πως θα πάμε στο κέντρο. Εγώ θέλω να δω το Κολοσσαίο πάση θυσία μάγκες! μ ακούτε..?> είπε ο Λαρρυ κοιτάζοντας το χάρτη.
Ήδη ήμασταν πολύ κοντά και η ομάδα μας αποφάσισε για μια μικρή στάση σε ένα βενζινάδικο για τουαλέτα και λίγο τέντωμα από το υπερβολικό πιάσιμο.
Αφού ξεκουραστήκαμε και τσιμπήσαμε μερικά σάντουιτς συνεχίσαμε το δρόμο μας για την αποστολή μας.
Επιτέλους. Μπαίναμε στη πόλη.
Η Ρώμη φάνταζε στα μάτια μας σαν κάτι που μονό στα όνειρα μας είχαμε φανταστεί! Μια πόλη καταπληκτική, γεμάτη νεωτερισμό αλλά και αρχαία περίμενε να σαγηνεύσει το κάθε της επισκέπτη! Και εμείς με το παπαγαλι βαμμένο μας αυτοκίνητο περιφερόμασταν στους δρόμους της βγάζοντας φωτογραφίες που και που (μέσα από το αυτοκίνητο) αλλά και προσέχοντας για τις τεμπέλες προς το Κολοσσαίο. Μια μικρή βροχή είχε αρχίσει που έκανε την ατμόσφαιρα ακόμα ποιο γοητευτική και μυστηριώδη.
Και ξαφνικά... ΝΑΤΟ!!!!!!
<τι είναι αυτό ρε παιδιά..> είπε ο Ατρειδης και έμεινε μ ανοιχτό το στόμα.
<να βρουμε κάπου κοντά να παρκάρουμε και πάμε..> είπε ο Λαρρυ
Μια βροντή ακούστηκε και τώρα η βροχή δυνάμωνε αναγκάζοντας με να βάλω τη γρήγορη σκάλα στους καθαριστήρες του Aglia.
Μετά από μερικους κυκλους, βρηκαμε να παρκαρουμε το αυτοκινητο και αφου φτιαξαμε μερικα αυτοσχεδια αδιαβροχα με ναυλον που ειχαμε για να σκεπαζουμε τη σκηνη το βραδυ, ξεκινησαμε για το Κολοσσαίο.
Οταν μπηκαμε μεσα θυμαμαι οτι καθε ενας ειχε και μια διαφορετικη αισθηση και γνωμη.
<πολυ μυστηριο μερος..> είπε ο Ατρειδης
Βλεπαμε ενα μερος που μονό αν το δει κανεις μπορει να καταλαβει τη μαγεια του.
Περιφερθηκαμε στους χωρους που επιτρεπεται και κατω απο τη δυνατη μπορα βγαλαμε οσες φωτογραφιες μπορουσαμε.
< παμε να φυγουμε παιδια, πριν γινουμε εντελως μουσκεμα> είπε ο Γιωργος
<περιμενετε γιατι σε δυο λεπτα θα εχει σταματησει η βροχη> απαντησα
<καλώς το μάγο ρε...> είπε με ειρωνεία ο Τόλης.
Και ως δια μαγειας η μπορα σταματησε και σε χρονο ρεκορ τα συννεφα ειχαν φυγει! Ο ηλιος αρχισε να ξεπροβαλλει μεσα από το τελευταιο συννεφακι στον ουρανο.
<τωρα τι θα πεις Τολλακιιιιι?> φωναξε ο Λαρρυ χαμογελώνταςΤ <με τετοιο κώλο κι Εγώ κανω το μεντιουμ!!> απάντησε ενοχλημενος ο Τόλης, αλλα και τιποτα δεν ειχε γινει. Εμεις τη μια στιγμη θυμωναμε και την αλλη ήμασταν παλι κολλητοι
ΛΑΡΡΥ - ΓΙΩΡΓΟΣ - ΤΟΛΛΥΣ - ΑΤΡΕΙΔΗ
(Στο Κολοσσαιο)

Μετα από πολλες βολτες στη πόλη ειχε ερθει η ωρα να βρουμε ένα καλο μερος για το βραδυ που θα στηναμε τη σκηνη και την αλλη μερα επρεπε να συνεχισουμε το ταξιδι μας. Αποφασισαμε λοιπον να πάμε παλι καπου εξω από τη πόλη και να κατασκηνωσουμε. Ομως το βραδυ μας ειχε προλαβει στην αναζητηση μας κι έτσι ακομα ψαχναμε σε σκοτεινα πλεον μερη με τα λιγοστα φωτα του αυτοκινητου μας. Από εδώ από εκει τελικα το οδηγησαμε σ ένα μερος πολύ ωραιο και ήσυχο οπως νομιζαμε στην αρχη, αλλά μας την εσπαγε μια εντονη μυρωδια. Μια μυρωδια που μαλλον σκουπιδια θυμιζε.
<μα τι γινεται εδώ...μυριζει τοσο ασχημα που δεν μπορω να ανασανω!> είπε ο Λαρρυ
<σταματα ρε Παυλο να κατεβω να δω τι γινεται εδω..> συνεχισε
Δεν νομιζω οτι εκατσε πανω απο δυο τρια δευτερολεπτα εξω, οταν ξαναμπαινοντας μεσα αρχισε να βριζει γελώντας γιατι ειχαμε βρεθει στη καρδια της χωματερης της Ρωμης χωρις να το καταλαβουμε.
Γυριζοντας προς τα πισω βρηκαμε μια σκοτεινη αλανα και εκει κοιμηθηκαμε.
Εμφανως κουρασμενοι και ταλαιπωρημενοι βρηκαμε γρηγορα αυτη τη φορα την εξοδο προς την εθνικη οδο που θα μας πηγαινε ακομα ποιο κοντα στο στοχο μας. Η επομενη σταση ηταν η Φλορεντια και απο εκει το Μιλανο για διανυκτερευση.
Το αυτοκινητο ειχε αρχισει να κουραζεται λογω του προβληματος του κι ετσι καθε εκατο - εκατοπενηντα χιλιομετρα γεμιζαμε το ψυγειο του με νερο ρυθμιζοντας το ταυτοχρονα με κατι περιεργα εργαλεια που χρησιμοποιουσε ο Ατρειδης. Αυτο μας εκανε να αργησουμε πολυ να φτασουμε στη Φλορεντια και ετσι χασαμε την επαφη με τις φιλες μας τουριστριες που προφανως νομιζαν οτι μαλλον αλλαξαμε τα σχεδια μας.
Αφηνοντας πισω μας τη πανεμορφη αυτη πολη θελαμε να φτασουμε το γρηγοροτερο δυνατον στο Μιλανο για να ξεπιαστουμε και να κανουμε μια σταση γερη γιατι η συνεχεια μ αυτες τις συνθηκες ηταν δυσκολη.
Αφου τελικα μετα απο ωρες φτασαμε και περιηγηθηκαμε στη πολη ηρθε η στιγμη της ξεκουρασης. Ετσι αρχιζε παλι η περιπετεια της αναζητησης του καταλληλου μερους για κατασκηνωση. Καθε φορα στο τελος της μερας ειχαμε το ιδιο προβλημα. Που και πως θα κοιμηθουμε.
Καθως οδηγουσα ο Γιωργος μας φωναξε να σταματησουμε γιατι ειχε δει ενα ανοιγμα στο δρομο, κατι σαν μεγαλο πεζοδρομιο που ηταν καλο και κυριως με λιγα φωτα. Ο Γιωργος αποφασισε αυτη τη νυχτα να κοιμηθει στην οροφη του αυτοκινητου, πανω στη σχαρα για να ειναι πιο ανετος οπως μας ειπε. Μιλαμε για πολυ τρελλα. Στησαμε λοιπον τη σκηνη που μεσα θα κοιμοντουσαν ο Ατρειδης και ο Τολης , στην οροφη ο Γιωργος και μεσα στο αυτοκινητο εγω και ο Λαρρυ. Ειχε περασει λιγη ωρα απο τοτε που ξαπλωσαμε και ακουστηκε μια φωνη.
< εδω πανω ειναι καταπληκτικα...> ειπε ο Γιωργος
< βλεπω και κατι ωραια μικρα φωτακια.....καταπληκτικα ειναι. Εδω θα κοιμαμαι απο δω και μπρος.. > συνεχισε
< καλα...καλα..αυριο που θα εισαι σαν να σε ψησανε σε σχαρα θα μας πεις ποσο ωραια ειναι..> του απαντησε ο Λαρρυ
< μονο που το σλιπινγκ μπαγκ ειναι μικρο και θα κρυωσουν τα ποδια μου. Κατα τ αλλα ειμαι ο ποιο ωραιος εδω πανω..> προσθεσε ο Γιωργος χωρις να υπαρχει συνεχεια συζητησης, γιατι απο τη κουραση κοιμηθηκαμε αμεσως.
Πρεπει να ηταν εννια η εννιαμισυ το πρωι οταν ακουστηκε μια οχλαγωγια διπλα απο το αυτοκινητο μας και κατι κορνες αυτοκινητου πανω απ τ αυτια μας.
< τι γινεται εδω ρε παιδια..μας τη πεσανε?> φωναξα
<ξυπνηστε ρεεε...εχουμε προβλημα> ακουστηκε μια φωνη απο τη σκηνη.
Αποτομα και γρηγορα τραβηξε τις εφημεριδες απο τα παραθυρα του αυτοκινητου ( που τις ειχαμε για να μη μπαινει ηλιος το πρωι ) ο Λαρρυ, και τι να δουμε. Μια νεκροφορα περιμενε να παρουμε το αυτοκινητο μας για να περασει.
Ειχαμε παρκαρει ακριβως στην εισοδο ενος νεκροταφειου χωρις να το ξερουμε και εμποδιζαμε τη ταφη καποιου ατυχου Ιταλου.
< ααα...γι αυτο εβλεπα ωραια φωτακια το βραδυ! Τα καντηλια ηταν....> ειπε ο Γιωργος
Ισα ισα κρατηθηκαμε να μη σκασουμε στα γελια μπροστα στους σκυθρωπους ανθρωπους που περιμεναν με υπομονη να φυγουμε!
Πολλες ωρες οδηγησης. Παρα πολλες. Ειχαμε μπει στη Ελβετια με προορισμο τη Γενευη και απο εκει με γρηγορο ρυθμο για Παρισι.
Μια σταση λιγο εξω απο τη Γενευη γιατι μας ειχε ερθει μια αλλη περιεργη ιδεα. Σταματησαμε σε μια λιμνη που ειχαν στησει τα τροχοσπιτα τους διαφορες οικογενειες λογω της Κυριακης και η ιδεα ηταν να κανουμε ενα μπανακι γιατι ειχαν περασει αρκετες μερες χωρις να πλυθουμε.Αφου λοιπον μειναμε με τα εσωρουχα και κρατοντας τα σαπουνια στα χερια ορμηξαμε στη λιμνη κανοντας τους κατασκηνωτες να φυγουν ολοι μεσα στην επομενη μιση ωρα. Ανανεωμενοι τωρα προχωρησαμε αποφασισμενοι προς τη Γαλλια.
ΠΑΥΛΟΣ - ΓΙΩΡΓΟΣ
Πρεπει να ειχαν περασει πεντε εξη μερες απο τοτε που ξεκινησαμε και τωρα πια ήμασταν κατω απο το πυργο του Αιφελ. Επρεπε να βρουμε τη διευθυνση της POLYGRAM και να τους παρουσιασουμε τη δουλια μας.

ΤΟ AGLIA ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΣΤΟ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΑΙΦΕΛ Με λιγοστα χρηματα και με κουραγιο τη τρελα μας βρηκαμε τη διευθυνση και κλεισαμε ραντεβου με ενα παραγωγο της δισκογραφικης εταιρειας.
Εμεις νομιζαμε οτι παρουσιαζοντας τα tape στην εταιρεια, θα τα ακουγαν αμεσως και τουλαχιστον τη αλλη μερα θα μας ειχαν απαντησει αν θελουν να συνεργαστουμε η οχι. Ποσο λαθος καναμε ομως!
Ο Gio (παραγωγος) μας ειπε οτι η δουλεια που ακουσε, προσωπικα του αρεσε, αλλα επρεπε να περασει απο συμβουλιο πεντε παραγωγων οπου εκει θα μετρουσε η πλειοψηφια για το αν θα κυκλοφορουσαν το δισκο μας η οχι. Αυτο θα επαιρνε καποιο καιρο, που συγκεκριμενα δεν ηξερε να μας πει ποσο θα ηταν. Μπορει απο μια βδομαδα εως ενα μηνα.
Δεν ξεραμε τι πρεπει να κανουμε. Να κατσουμε η να αφησουμε τα tape και να μας απαντησει τηλεφωνικα στην Ελλαδα.
ΑΤΡΕΙΔΗΣ - ΛΑΡΡΥ - ΤΟΛΛΥΣ - ΠΑΥΛΟΣ (στο Σικουανα)
(η δυσκολη ωρα της αναμονης

Εκει μας τελειωσαν και οι τελευταιες κονσερβες που τις τρωγαμε με ενα ωραιο και φρεσκο ψωμακι που ειχα κλεψει απο εναν Γαλλο που καθοταν διπλα μου στο ιδιο παγκακι και τις ειχε ακουμπησει αναμεσα μας διαβαζοντας ανεμελος την εφημεριδα του.
Η αναγκαστικη αποφαση ηταν να γυρισουμε πισω...

Λαρρυ - Παυλος

Ο δρομος της επιστροφης τωρα ηταν μεσω Γιουκοσλαβιας για πιο οικονομικα. Οι ζαχαρες που ειχα μαζεψει απο διαφορες καφετεριες ηταν μια καλη πηγη ενεργειας για να με κραταει ξυπνιο και χωρις να πειναω, επειδη το μεγαλυτερο μερος του ταξιδιου οδηγουσα εγω.
< Λοιπον παιδια> ειπε ο Λαρρυ
< Τωρα που θα περναμε τα συνορα για Γιουγκοσλαβια..συμαζευτείτε λιγο για να μη μας καθυστερησουν με ελεγχους. Ενταξει?> συνεχισε να λεει.
Ηταν βραδυ, ολοι κοιμοντουσαν και εφτανα στα συνορα. Ομως ειχα ξεχασει τι μας ειχε πει ο Λαρρυ και δεν μαζεψα τα εσωρουχα μου που τα ειχα απλωμενα στο παραθυρο μου πιανοντας τα με το τζαμι του αυτοκινητου για να κρεμονται απ εξω οταν οδηγουσα ετσι ωστε να στεγνωσουν ποιο γρηγορα.
<μαγκες!! ξυπνηστε.φτασαμε...> φωναξα και ανοιξα το ραδιο για να τους αναγκασω να ανοιξουν τα ματια τους.
< τι ειναι αυτα στο παραθυρο ρε μαλακα? Τρελλαθηκες?> μου φωναξε ο Λαρρυ πανικοβλητος.
Αργα ομως.
Μια φωνη σε γλωσσα που δεν καταλαβαιναμε ακουστηκε και μας εκανε νοημα να βγουμε απο τ αυτοκινητο.
< πασπορτ> συνεχισε η φωνη
Αν και μας μιλαγε, κανεις δεν καταλαβαινε αλλα αυτος συνεχισε να μιλαει στη γλωσσα του.
<αυτος πρεπει να ειναι πολυ ηλιθιος...> ειπα
<μονο προσεξε να μην καταλαβαινει Ελληνικα γιατι τη βαψαμε μετα> μου απαντησε ο Ατρειδης.
Περασαν δυο σχεδον ωρες και τωρα μας αφησαν να φυγουμε αφου πρωτα μας καναν φιλο και φτερο το αυτοκινητο ψαχνοντας για ναρκωτικα ακομα και μεσα στο ρεζερβουαρ της βενζινης.
Ειχαμε ακομα περιπου χιλια χιλιομετρα για να μπουμε στην Ελλαδα και ηταν περιπου εντεκα η ωρα το βραδυ.
Κατα τις τρεις το πρωι ο Λαρρυ ανοιγοντας τα ματια του ειδε μια ταμπελα που μας εδειχνε οτι ειχαμε ακομα περιπου εφτακοσια χιλιομετρα.
<αααα...ωραια.το πρωι θα ειμαστε πολυ κοντα.Αντεχεις η θελεις να σου κανω παρεα?> με ρωτησε
<πιστευω πως αντεχω.κοιμησου εσυ και θα σε ξυπνησω σε καμμια δυο ωριτσες> του απαντησα.
Σε πεντε λεπτα τον ειχε παρει παλι υπνος.
Πρεπει να περασε μισυ ωρα απο τοτε και μια περιεργη και δυνατη νυστα με ειχε πιασει. Ολοι κοιμοντουσαν.
<Ατρειδη!!!! Ατρειδη! ξυπνα να οδηγησεις λιγο!.> φωναξα διακριτικα για να μην τους ξυπνησω ολους.
Καμια απαντηση. Βαθυς υπνος, σκεφτηκα.
Με το κεφαλι μου ετοιμο να γείρει και με τα ματια κοιμισμενα, βρηκα ενα παρκιν στην ακρη του δρομου, αραξα το αυτοκινητο και κοιμηθηκα πανω στο τιμονι χωρις κανενας να καταλαβει τιποτα.
Ηταν περιπου εξη το πρωι οταν ανοιξα τα ματια μου, εβαλα μπρος και ξεκινησα για το ταξιδι της επιστροφης. Δεν περασε αρκετη ωρα οταν ενας ενας ξυπνησαν και με χαρα περιμεναν οτι σε λιγο θα ημασταν πολυ κοντα.
< μπραβο ρε σκυλε!!> μου ειπε ο Λαρρυ και συνεχισε
<για να δω τι ωρα ειναι...ααα... εξη και τεταρτο.πρεπει να θελουμε περιπου διακοσια χιλιομετρα. Φτανουμε..ωραια.... κατσε να φτιαξω κανενα φραπεδακι να πιουμε...>
Εγω ισα ισα μπορεσα να κρατηθω για να μη γελασω μιας και δεν ειχαν καταλαβει οτι κοιμηθηκα.
<αμα δεις κανενα σημα.. δες ποσο θελουμε ακομα > του απαντησα
Δεν προλαβα να το πω και μια ταμπελα εμφανιστηκε που εγραφε εξακοσια χιλιομετρα για Ελλαδα.
<καλα τι εγινε?> ρωτησε ο Τολης
< με οπισθεν οδηγουσες?> ειπε ο Γιωργος
Μολις τους ειπα τι εγινε ολοι μαζι γελαγαν. πλησιαζαμε στο σπιτι. Ο μονος που ειχε λιγα μουτρα ηταν ο Λαρρυ γιατι μολις ειχε ανακαλυψει οτι μια κονσερβα που ειχε αγορασει για τη μητερα του ελειπε. Ηταν μια ειδικη κονσερβα με φουαγκρα που την ειχε φυλαγμενη καλα. Ομως το βραδυ που οδηγουσα την εφαγα χωρις κανενας να με καταλαβει γιατι η
πεινα ηταν ανυποφορη!
<τι να εκανα Λαρρυ? Πειναγα πολυ..!> του ειπα και τον κοιταξα στα ματια.
Ο Ατρειδης ξεκαρδιστηκε στα γελια!

ΒΕΛΙΓΡΑΔΙ (λιγο πριν την Ελλαδα!)

Για πρωτη φορα η Ελλαδα μας φανηκε τοσο ομορφη και φιλοξενη οσο εκεινη τη φορα. Στη Θεσσαλονικη μια μικρη σταση για να δει τις θειες του ο Λαρρυ και ολοταχως για Αθηνα χωρις σταση, χωρις αγχος.
Οι φιλοι μας μας περιμεναν αγωνιώντας να μαθουν τι ειχαμε κανει στο εξωτερικο. Ημασταν το συγκροτημα τους, η φωνη τους, η θεση τους στο συστημα. Οταν μας ειδαν, μας αγκαλιασαν μας φιλησαν και απο την επομενη μερα αρχισαν οι αφηγησεις και τα γελια. Ομως μεσα μας υπηρχε η αγωνια της απαντησης απο την εταιρεια και τα σχεδια μας ειχαν αναβληθει προς το παρον.

. 4


Πρεπει να περασε περιπου ενας μηνας απο την επιστροφη μας απο το Παρισι και καμια απαντηση δεν ειχαμε απο την εταιρεια. Οι προβες ειχαν σταματησει εδω και πολυ καιρο και ειχαμε αρχισει να συχναζουμε σ ενα μπιλιαρδαδικο(λεσχη) οπου περναγαμε την ωρα μας συζητώντας και παιζοντας αραια και που. Περιεργως αυτο το παιχνιδι (γαλλικο μπιλιαρδο) με ειχε ενθουσιασει και ο ενθουσιασμος αυτος απογειωθηκε οταν γνωρισα το πρωταθλητη τοτε Σαββα που με μυησε σιγα σιγα στα μυστικα του παιχνιδιου. Ηταν κατι συναρπαστικο. Ηταν η εποχη που με αφορμη το Σαββα το μπιλλιαρδο βγηκε απο τα υπογεια και αρχισε να παιζεται απο σοβαρους ανθρωπους, με τοπικα πρωταθληματα και συμμετοχες σto ανεπισημο εως τοτε Πανελληνιο πρωταθλημα. Θυμαμαι οτι επαιξα και εγω τοτε σε μερικα, με το Λαρρυ και τον Ατρειδη να με παρακολουθουν και να με σιγονταρουν.
Περασε ακομα αρκετος καιρος, μεχρι που μια μερα χτυπησε το τηλεφωνο στη λεσχη και ηταν η μητερα μου που με ειδοποιησε οτι καποιος απο το εξωτερικο με ψαχνει με ονομα Gio !! Αφησε μηνυμα να επικοινωνησω μαζι του.
< Λαρρυ, ηρθε η μεγαλη στιγμη...> του ειπα χωρις να τον κοιταω
<τι εγινε? Ποιος ηταν?> με ρωτησε αν και ειχε καταλαβει απο το υφος μου.
<Ο Gio ειπε στη μητερα μου να του τηλεφωνησουμε. Τι λες. για καλο η για κακο μας θελει> του ειπα
<εχω μαζι μου το τηλεφωνο του. Παμε σ ενα θαλαμο να του τηλεφωνησουμε τωρα.> ειπε ξερα και χωρις εκφραση ο Λαρρυ.
Εφοδιαστηκαμε μερικα νομισματα και τρεξαμε στο ποιο κοντινο θαλαμο που βρηκαμε.
Ο Gio ελειπε απο την εταιρεια και θα ηταν πισω την αλλη μερα, μας ειπαν.
<αντε να κοιμηθεις σημερα!> ειπε ο Λαρρυ αναστεναζοντας.
Π <ρε το πουστη με το πονο μας παιζει?>
Λ <αυριο πρωι πρωι πρεπει να τον παρουμε ενα τηλεφωνο γιατι θα σπασουν τα νευρα μου...>
Π <Παμε να ειδοποιησουμε τους αλλους για να μαζευτουμε και να δουμε τι θα κανουμε. Ηρθε η μεγαλη στιγμη Λαρρυ!! Μονο ΝΑΙ μπορει να μας πει. Αλλιως τι μας ψαχνει!>
Λ <μακαρι να ειναι ετσι>
Προχωρησαμε απο το Κουκακι στη Πλακα με τα ποδια ο καθε ενας στις σκεψεις του χωρις πολλες κουβεντες. Μονο που και που ανταλλασαμε καποια κουβεντα και μετα παλι σιωπη. Πως θα περναγε αυτο το βραδυ!!
Καθισμενοι στη πλατεια στη Πλακα ολοι μαζεμενοι αρχισαμε τις αποψεις γυρω απο το επιμαχο θεμα και το αγχος ειχε θολωσει το μυαλο μας, μεχρι που εμφανιστηκε ενας αλλος φιλος μας, ζωγραφος στο επαγγελμα, που το βιτσιο του ηταν οι πολυ χοντρες γυναικες. Μολις εκατσε στη παρεα μας, ως δια μαγειας το κεφι εφτιαξε μιας και αρχισε να μας διηγειται τη τελευταια του περιπετεια με μια τουριστρια εκατον εικοσι περιπου κιλων. Το τι γελιο επεσε δεν λεγεται, γιατι αυτος ισα ισα θα ζυγιζε εβδομηντα κιλα. Εκανε ολα τα τραπεζια γυρω μας να γελανε, γιατι μιλαγε δυνατα χωρις να ντρεπεται καθολου! Ειδικα οταν εβγαλε μια φωτογραφια που τον εδειχνε σε ερωτικες περιπτυξεις μαζι της,τρελαθηκαμε στο γελιο. Ετσι περασε το βραδυ και το ξημερωμα μας βρηκε μονους και καθισμενους στις ιδιες καρεκλες στην ιδια πλατεια.
<αντε να κοιμηθουμε λιγο και το πρωι να παρουμε τηλεφωνο.>ειπε ο Λαρρυ
Ετσι σκορπισαμε ενας ενας και το ραντεβου μας οριστηκε για τις εντεκα το πρωι.
Σχηματιζα τον αριθμο του τηλεφωνου της εταιρειας οταν εφτασε και ο Αντωνης. Ο κιθαριστας μας.
<τι εγινε? Πηρατε τηλεφωνο?> ρωτησε λαχανιασμενος και με τρεμαμενη φωνη.
<σσσσς..δεν βλεπεις οτι τωρα παιρνουμε?> απαντησε ο Λαρρυ
ο Τακης με το Τολη λιγο πιο διπλα του εκαναν νοημα να παει κοντα τους.
Η γραμμη ανοιξε και αφου εδωσα το ονομα μου στη γραμματεα του, περιμενα το παραγωγο της εταιρειας να ερθει στο τηλεφωνο. Ο Gio ηρθε, μιλησαμε και η απαντηση ηταν αρνητικη. Δυο ειχαν ψηφισει ναι και τρεις οχι. Ενοιωθα σαν να χανεται η γη κατω απ τα ποδια μου. Για ενα ψηφο θα μπορουσε να εχει αλλαξει ολη μας η ζωη.
Ολοι μας μελαγχολικοι και προβληματισμενοι για τη συνεχεια μας σαν συγκροτημα, κατσαμε στα τραπεζακια ενος καφενειου στη Πλακα με αδεια μυαλα, αλλα ευτυχως οχι και με αδειες καρδιες!
<καλα ελεγα εγω απο την αρχη να παμε στους Floyd! Με τους μαλακες τους Γαλλους τι να περιμενεις!!!> ειπε ο Λαρρυ
<καλα ρε!!! Για ενα ψηφο!! Οι πουστηδες!> απαντησα
<δεν χαθηκε και ο κοσμος, αλλα να...θα ηταν μια καλη αρχη> ειπε ο Ατρειδης, θελοντας να ελαφρυνει ετσι την ενταση που υπηρχε.
Αυτη τη στιγμη δεν ειμασταν ικανοι να σκεφουμε τιποτα. Ολοι απελπισμενοι κλειστηκαμε στα καβουκια μας για αρκετο καιρο. Πλησιαζαν Χριστουγεννα και ο Λαρρυ με τον Ατρειδη θα πηγαιναν στο χωριο με τη μητερα τους. Τοτε σκεφτηκα οτι θα ηταν καλη ιδεα να επισκεφτω τον αδελφο μου στην Αμερικη μιας και θα πηγαιναν και οι γονεις μου. Ετσι πηρα τη μεγαλη αποφαση, μιας και τα αεροπλανα με φοβιζαν αρκετα. Το ταξιδι στο αεροπλανο ηταν αρκετα ανετο, αλλα εγω ειχα αρκετο αγχος επειδη καθομουνα στο παραθυρο του φτερου και οσο το εβλεπα να κουνιεται, τοσο ζαλιζα τη μητερα μου για το ποσο θελουμε ακομα να φτασουμε. Αφου στο τελος ορκιστηκε να μην ταξιδεψει ποτε μαζι μου ξανα. Μετα απο δεκα-εντεκα ωρες ακουσα τη φωνη της αεροσυνοδου να φορεσουμε τις ζωνες μας γιατι σε λιγο θα φταναμε. Επιτελους σκεφτηκα, γιατι ειχα αρχισει εδω και πολυ ωρα να αισθανομαι πολυ αβολα.
Ειχα να δω τον αδελφο μου περιπου δεκα χρονια και η στιγμη της συναντησης στο αεροδρομιο της Νεας Υορκης ηταν πολλη συγκινητικη. Αυτο το μερος ηταν τοσο διαφορετικο αλλα και τοσο γνωστο σε μενα απο τα πολλα Αμερικανικα φιλμ που εβλεπα. Ατελειωτες βολτες καναμε μαζι και μια μερα του ζητησα να με βοηθησει να παρουσιασω τη δουλεια μας σε καποια εταιρεια εκει. Την επομενη κιολας μερα με περιμενε στο γραφειο της η υπευθυνος παραγωγης της Warner Bros. Ο ανελκυστηρας εκανε αρκετο καιρο να φτασει. Τι οροφος ηταν δεν θυμαμαι, αλλα το γραφειο ηταν στο τελευταιο οροφο ενος γιγαντιαιου ουρανοξυστη (Διδυμοι Πυργοι). Αφου μιλησαμε λιγο της αφησα ενα δειγμα και περιμενα την απαντηση της. Μολις βγηκα απο εκει το πρωτο πραγμα που εκανα ηταν να παρω τηλεφωνο το Λαρρυ.
< Λαρρυ...> ειπα
< ελα ρε Παυλο που εισαι....γυρισες?> μου απαντησε
Π< οχι ακομα Λαρρυ. Κατσε να σου πω τι εκανα γιατι δεν εχω πολλα λεφτα για τηλεφωνο. Λ< για λεγε...σ ακουω.>
Π<μολις πριν λιγο αφησα τα tape στη warner bros και θα μας απαντησουν συντομα>
Λ< σε ρωτησαν τιποτα αλλο?>
Π<οχι. Τιποτα...μια νευρωτικη γκομενα μου μιλησε και τιποτα παραπανω..δεν ξερω..δεν μου αρεσε και πολυ η σταση της...>
Λ<καλα ρε Παυλο...ποτε ερχεσε?>
Π<σε καμια δεκαρια μερες...δεν ξερω ακριβως..>
Λ< αντε...σε περιμενουμε..κλεισε τωρα να μην πληρωνεις πολλα..>
Π<ενταξει θα τα πουμε σε λιγες μερες Λαρρυ..γεια σου>
Λ<γεια σου και χρονια παλλα ρεεε!!!>
Π<α ναι...ξεχασα. Χρονια πολλα και χαιρετισματα στον Ατρειδη>
Ετσι μειναμε παλι να περιμενουμε μια απαντηση που ευτυχως θα ηταν συντομα οπως μου ειχαν πει. Πληροφοριακα ακομα περιμενω και εχουν περασει εικοσι και κατι...χρονια απο τοτε...
Η μεγαλυτερη ευχαριστηση για μενα, δεν ηταν ουτε η Αμερικη ουτε οι Ουρανοξυστες της. Ηταν η αγαπη που διατηρουσε ο αδελφος μου για μενα εστω και μετα τοσα χρονια! Μου ειχε λειψει και μενα, ιδιαιτερα σε κατι στιγμες που μονο ενας δικος σου ανθρωπος θα μπορουσε να σε καταλαβει. Ημουνα συνεχεια μαζι του απο το πρωι εως το βραδυ, σαν να θελαμε να καλυψουμε το κενο που ειχε αφησει ο χρονος αναμεσα μας. Πολυ θα ηθελα να ημασταν μαζι, αλλα η ζωη μας ειχε πια αλλαξει και εκεινος δεν γυρναγε πισω με τιποτα. Εγω δεν μπορουσα να κατσω, κι ετσι ηρθε η ωρα της επιστροφης με μονη αναμνηση και ελπιδα την αγαπη μας που δεν θα εσβηνε ποτε.
Οταν γυρισα στην Ελλαδα αμεσως βρεθηκαμε με τα παιδια. Ωρες συζητησεων για το πως περασα και για το πως θα συνεχιζαμε. Ηταν καλυτερα να προσπαθησουμε παλι για μια καριερα στο εξωτερικο η οχι?
Τελικα μετα απο πολλες συζητησεις, καταληξαμε οτι τη στιγμη αυτη ισως να ηταν ποιο ρεαλιστικο να παμε τη δουλεια μας να την ακουσουν καποιοι παραγωγοι εδω στην Ελλαδα. Ετσι με διαφορους τροπους ηρθαμε σε επαφη με τις εταιρειες και η πρωτη συναντηση δεν αργησε.
Περναγαμε την εισοδο της Polygram στην οδο Πατησιων, οταν χλευαστικα ειπα.
<ε και τι εγινε? Και εδω Polygram ειναι, μονο που ειναι στην Ελλαδα!>
< αρχισες τις μαλακιες παλι?... Θα σοβαρευτεις ποτε εσυ?> ειπε ο Λαρρυ γελωντας.
Εκει μας περιμενε ενας ανθρωπος, ισως απο τους λιγους που πιστεψε σε εμας, ο Γιαννης Πετριδης. Μαζι με τον Ζουγκρη που ηταν απ οτι θυμαμαι υπευθυνος προωθησης των δισκων της εταιρειας, μας υποδεχτηκαν με τετοιο τροπο που καθε φοβια εφυγε απο πανω μας.
Ειχαν ακουσει τη δουλεια μας πριν βρεθουμε και δειχναν αρκετο ενδιαφερον. Μιλησαμε αρκετη ωρα για τις αποψεις μας περι μουσικης και οχι μονο και ημασταν σε μια κατασταση, πως μπορουμε να βρουμε μια λυση γι αυτη τη δουλεια. Ετσι μειναμε.
Μετα απο δυο τρεις μερες, μας ειδοποιησε ο Πετριδης οτι η δουλεια θα γινει και οχι μονο αυτο. Θα μας πληρωνε και τα εξοδα που καναμε για την ηχογραφηση του Armageddon.
Ηταν μια καταπληκτικη μερα, γιατι αρχισε να φαινεται λιγο φως στο τουνελ που λεγοταν P.L.J. band.
Περασε ο καιρος, ο δισκος τελικα βγηκε και δεν αργησαν και οι πρωτες εμφανισεις. Ομως οι πωλησεις του Armageddon δεν ξεπερασαν τα εννιακοσια αντιτυπα. Η ειρωνεια ειναι οτι σημερα πουλιεται σαν συλλεκτικο κομματι σε αρκετα υψηλη τιμη.

Armageddon

Ημασταν σε μια κατασταση που πραγματικα δεν ξεραμε τι να κανουμε. Να συνεχισουμε η οχι?
Η αγορα στην Ελλαδα ευδοκιμουσε μονο για λαικους τραγουδιστες.
Ηταν η στιγμη που ειδαμε τη πραγματικοτητα καταματα και ισως αυτο να μας προσγηωσε λιγο απο τα εφηβικα μας ονειρα. Ομως ειχαμε πολυ πεισμα θυμαμαι.
Ο Μιχαλης Μαρματακης ηταν ο ανθρωπος που γνωρισαμε εκεινη την εποχη. Ηταν ενας ποιητης με ιδιαιτερο στυλ και ταιριαζε απολυτα στις αποψεις μας, οχι μονο στις μουσικες, αλλα και στο τροπο ζωης.
Ετσι περασαμε ατελειωτες ωρες μαζι, μεχρι που αρχισαν οι πρωτες μελοποιησεις των στοιχων του. Υπηρξαν και καποιες αλλαγες στο σχημα μας. Ο Τολης εφυγε απο το συγκροτημα και τη θεση του πηρε ο Φιλλιπας Σπυποπουλος. Μαζι του ηρθε και ο αδελφος του, ο Γιαννης Σπυροπουλος, ευρυτερα γνωστος ως Μπαχ. Τι τρελλα κουβαλουσαν αυτα τα παιδια δεν λεγεται. Καινουρια παρεα, καινουρια γελια.
Η νεα δουλεια ηταν πια ετοιμη σε Ελληνικους στιχους. Ο παραγωγος της Polygram ηταν ο ανθρωπος που μας εσπρωξε πιο πολυ στην ιδεα του Ελληνικου στιχου. Το ονομα του Γιαννης Δουλαμης. Ενας νεαρος με σοβαροτητα και αγαπη για τη δουλεια του. Η σχεση μας δεν εμεινε μονο στα επαγγελματικα, αλλα γιναμε και καλοι φιλοι. Ηταν αυτος που εδωσε την ιδεα να ονομαστουμε ΤΕΡΜΙΤΕΣ, με αφορμη το τιτλο ενος τραγουδιου μας απο το καινουργιο δισκο που ετοιμαζαμε. Σε εμας αρεσε η ιδεα του, γιατι μας θυμιζε τα περιβοητα σκαθαρια, δηλαδη τους BEATLES.
Το συμβολαιο μας με την εταιρεια ηταν για τρια χρονια, η για τρεις δισκους. Ειχαμε λοιπον μπροστα μας δυο ακομα δισκους για να προλαβουμε να γινουμε γνωστοι, αλλιως καμια εταιρεια δεν θα μας εκλεινε συμβολαιο μετα.
Ειμασταν πανετοιμοι οταν ο Δουλαμης μας εκλεισε ενα στουντιο για να αρχισουμε την ηχογραφηση του καινουργιου μας δισκου. Οι ωρες που κλειναμε ηταν κυριως απο τις δεκα το βραδυ εως τις πεντε το πρωι, γιατι τοτε ειχαμε καλυτερη αποδοση, μιας και ετσι ειχε συνηθησει ο οργανισμος μας απο το πολυ ξενυχτι στη πλατεια που συναντιομασταν. Ο Μαρματακης (στιχουργος) μαζι σε καθε μας βημα, ειχε ισως το μεγαλυτερο αγχος απ ολους. Συνηθως καθοταν σε μια πολυθρονα στο στουντιο με τα μακρια ξανθα του μαλλια και τα περιποιημενα του γενια και προσηλωμενος στην ηχογραφηση, ποτε ξεχνουσε τη σταχτη του τσιγαρου του και ετσι επεφτε πανω του η πανω μας και ποτε η γοπα του εφτανε μεχρι το δαχτυλο και τον εκαιγε.
Παντα τους στιχους του τους εβλεπε με καποια θεατρικη αποψη και ετσι ετρωγε αρκετο δουλεμα, γιατι πολλες φορες επενεβαινε και στις μουσικες μας αποψεις.
Ομως ημασταν φιλοι και οσα γινονταν ποτε δεν ενοχλουσαν σε βαθος κανενα. Τουλαχιστον μεχρι στιγμης.
Η ηχογραφηση ειχε τελειωσει και ειχαν μεινει μονο οι φωνες. Οι ωρες στο στουντιο τωρα ηταν πρωινες, γιατι τοτε οι τραγουδιστες εχουν καλυτερη χροια. Ο Λαρρυ πανετοιμος τελειωσε τις φωνες πολυ γρηγορα και αρχισε αμεσως το remix για το τελειωμα. Ο καινουργιος μας δισκος θα ειχε το νεο αλλα και το παλιο ονομα του συγκροτηματος, σαν μια μεταβατικη φαση απο ονομα σε ονομα. Θα ονομαζοταν ΤΕΡΜΙΤΕΣ και σε παρενθεση P.L.J. band.

Δελτια τυπου σταλθηκαν σε ραδιοφωνικους σταθμους, εφημεριδες, τηλεοραση και οπου αλλου νομιζε η εταιρεια οτι θα ηταν καλυτερα. Ο δισκος ειχε επιτελους κυκλοφορησει και περιμεναμε με αγωνια τη πορεια που θα ειχε με τη καινουργια αυτη αλλαγη που ειχαμε κανει με τους στιχους και το ονομα.
<αυριο εχουμε εκπομπη στην ΕΡΤ μαγκες. κοιταξτε να αργησετε οπως παντα!> ειπε ο Λαρρυ με αυστηρο υφος
<καλα τοσο πρωι για ψαρεμα θα παμε ρε Λαρρυ?> του απαντησα.
<δικιο εχεις!.. Κι αυτοι οι ανθρωποι απο τις εννια το πρωι μας φωναξαν? Τρελλοι ειναι?> προσθεσε.
<εγω θα αφησω το μικρο στη μητερα μου και θα σας παρω τηλεφωνο να ξυπνησετε> ειπε ο Αντωνης.
Ηταν ο μονος παντρεμενος και ειχε ενα πανεμορφο αγορακι που του εμοιαζε πολυ.
Αρχισαν σιγα γιγα να μας παρουσιαζουν στη τηλεοραση, να μας ζητανε σε μουσικες παραγωγες στο ραδιοφωνο, αλλα οχι και πολυ σπουδαια πραγματα. Η αρχη ομως ειχε γινει.
Οι κριτικοι στα μουσικα περιοδικα ηταν επιφυλακτικοι και μαλλον θετικοι εκτος φυσικα απο τον αντιπαθη σε μενα Αργυρη Ζηλο που ηταν παλι καυστικος οπως και στο προηγουμενο δισκο μας. Πολυ μου την εσπαγε η κριτικη απο ανθρωπους που απο την ανεση της πολυθρωνας τους μπορουσαν να μας κριτικαρουν ετσι απλα με πεντε σειρες, ενω εμεις διναμε και τη ψυχη μας γι αυτο το σκοπο. Αργοτερα φυσικα σταματησε να με απασχολει το θεμα, γιατι τους κατεταξα μεσα μου σε βολεμενους και αταλαντους ανθρωπους, που επειδη δεν ειχαν τιποτα δικο τους να παρουσιασουν, εβγαιναν στην επιφανεια χρησιμοποιοντας δουλειες αλλων, κριτικαροντας αρνητικα η θετικα αναλογα με τα συμφεροντα τους.
Ο δισκος πουλησε ποιο πολυ απο τον προηγουμενο αλλα οχι σπουδαια πραγματα. Μερικες εμφανισεις στο Κυτταρο (club) και στο Λυκαββητο μαζι με διαφορα αλλα συγκροτηματα της εποχης. Οι μονοι φανατικοι μας τοτε ηταν οι φιλες μας και οι κολλητοι απο τη πλατεια.
Τοτε ηταν που επιασα δουλεια σε ενα γουναραδικο κατω απο το σπιτι μου στην ιδια πολυκατοικια γιατι η κατασταση οικονομικα δεν οδηγουσε πουθενα.

Αυτες οι τριχες απο τις αλεπουδες μπαιναν συνεχεια μεσα στη μυτη μου και με ενοχλουσαν. Επρεπε να ξεχωριζουμε τα ασχημα απο τα καλα κομματια των περισευματων των γουνινων απο αλεπου φτιαγμενων παλτων. Μια δουλεια μονοτονη και αρκετα φτερνιστικη χωρις κανενα ιδιαιτερο μελλον. Ειχα μαλιστα δουλεψει αργοτερα και με το κομματι στις γουνες. Μου εδιναν τα ρελια απο τα παλτα που φτιαχναν και εγω τα ενωνα ολα σε κουβερτες που αφου τις τελαρωνα και τις εβρεχα, τις αφηνα στον ηλιο να στεγνωσουν για να τις πουλησω σαν εργασια πεντακοσιες δραχμες τη κουβερτα. Βαρετη δουλεια, αλλα το μονο που μ ενδιεφερε ηταν η μερα της πληρωμης.
Ο Λαρρυ εφτιαχνε δερματινα κολιε και σκουλαρικια που μετα τα πουλουσε σε τουριστικα μαγαζια με το κομματι. Πραγματικα τα αλλα παιδια της παρεας ποτε δεν μπορεσα να καταλαβω πως ζουσαν! Οχι οτι εμεις ειχαμε αρκετα χρηματα. Ειχαμε ισα ισα να παμε κανενα κινηματογραφο, (φανατικοι του ειδους ).
Τι θα γινοταν ομως με το συγκροτημα? Κανεις μας δεν ηξερε. Πραγματικα ηταν μια μεγαλη και νεκρη περιοδος.
Μου εγινε μια προταση τοτε απο τον αδελφο μου να τον επισκεφτω και να κατσω μαζι του αν μου αρεσε.Δηλαδη να εγκατασταθω μονιμα στην Αμερικη. Εκεινος ειχε τελειωσει τις σπουδες του, ειχε οργανωθει επαγκελματικα και ηταν ετοιμος να παντρευτει. Αποφασισα λοιπον να παω για μια ακομα φορα μηπως και τελικα εβρισκα αλλα ενδιαφεροντα απο τη μουσικη κι ετσι κολλουσα εκει. Το ιδιο μονιμο αγχος με το αεροπλανο, αλλα τελικα η ψυχικη δυναμη ειχε βρεθει και η δοκιμασια για μια ακομα φορα με βρηκε νικητη. Πολυ πιεση!
Αφου περασαν αρκετες μερες παρεα με τον αδελφο μου, ηρθε η ωρα να τον παντρεψω, γιατι εγω ημουνα ο κουμπαρος.
Θυμαμαι ειχα αργησει να παω στην εκκλησια επειδη δεν εβρισκα το δρομο. Και δεν εφτανε μονο αυτο. Ενα επεισοδιο μας καθυστερησε.
Ημασταν πεντε αυτοκινητα γεματα με Ελληνες και ενω οδηγουσα το μπροστινο, ενα Αμερικανακι σταματησε μπροστα μου κλεινοντας μου το δρομο και αρχιζοντας να με βριζει γιατι τον ειχα χτυπησει απο πισω οπως ελεγε πριν λιγα μετρα, χωρις να σταματησω να δω τι εγινε. Τοτε ολα τ αυτοκινητα σταματησαν και βγηκανε εξω καμμια δεκαπενταρια Ελληνες, οχι για να κανουνε φασαρια, αλλα για να τον προστατευσουν απο τις σφαλιαρες που ειχα προθεση να του δωσω, κι αυτο γιατι ειχε ερθει προς το μερος μου με ενα κατσαβιδι στο χερι. Τελικα αφου τον φυγαδεψαν στη κυριολεξια και με τη μητερα μου να με παρακαλαει να φυγουμε, φτασαμε στην εκκλησια.
Ο γαμος ηταν πολυ ωραιος και με πολυ γελιο, γιατι ο οργανιστας την ωρα που επαιζε τη γαμηλια μουσικη, κατα λαθος τραβηξε με το ποδι του το καλωδιο του ρευματος και σταματησε η μουσικη τοσο αποτομα που ολοι βαλαμε τα γελια. Μαλιστα στο τελος της τελετης, το φακελλακι με τα πενηντα δολλαρια που μου ειχε δωσει η μητερα μου να το δωσω στον οργανιστα, το ξεχασα επιτηδες για να παρω εγω τα χρηματα, αλλα ματαια. Με επιασε η μητερα μου τη τελευταια στιγμη πριν φυγουμε και με υποχρεωσε να τα δωσω.
Περασε καμποσος καιρος εκει και ο αδελφος μου προσπαθουσε να με πεισει να μεινω μαζι του. Η αγαπη του για μενα ηταν μεγαλη, αλλα και η δικια μου για αυτον. Η Αμερικη ομως ηταν ενα μερος που μου αρεσε, αλλα οχι ενα μερος που θα μπορουσα να ζησω το υπολοιπο της ζωης μου. Ετσι αποφασισα να γυρισω πισω δινοντας υποσχεση στον αδελφο μου οτι συντομα θα βρισκομασταν παλι.
Οταν γυρισα οι φιλοι μου με υποδεχτηκαν με χαρα και αφου τους αφηγηθηκα το ταξιδι μου λεπτο προς λεπτο, αρχισαμε παλι τις προβες και τα σχεδια για το πως θα συνεχισουμε. Επρεπε να βρουμε τη λυση.
Μετα απο αρκετο καιρο καινουρια τραγουδια ειχαν ετοιμαστει και ολοι μας καναμε μια συμφωνια τοτε απο κοινου. Να μην γραφουμε το ονομα του συνθετη στους καινουργιους μας δισκους, αλλα το ονομα του συγκροτηματος για να μας κραταει πιο δεμενους και πιο μετριοπαθεις. Αυτη η συμφωνια κρατησε για πολυ καιρο, βολευοντας κατα καποιο τροπο αλλους και κρατωντας κατω καποιους αλλους. Και φυσικα αυτο που λεω δεν ειναι υπονοουμενο αλλα η αληθεια. Ομως εκανε καλο στη φιλια μας και στο δεσιμο που ειχαμε μεταξυ μας, τουλαχιστον για εκεινη τη στιγμη.
Η καινουρια ιδεα ηρθε ως μαννα εξ ουρανου. Πρεπει να ηταν του Λαρρυ και του Δουλαμη. Η ιδεα ηταν να συμμετεχει ο Νταλαρας σε ενα η δυο τραγουδια στο καινουριο μας δισκο. Ηταν ο τελευταιος δισκος του συμβολαιου μας και επρεπε να τα παιξουμε ολα για ολα. Ετσι μετα απο τη μεσολαβηση του Δουλαμη, κλειστηκε μια συναντηση με το Νταλαρα στο σπιτι του για να ακουσει τα καινουργια τραγουδια που ειχαμε ετοιμασει και να δει αν του αρεσει καποιο, χωρις ομως καμια δεσμευση.
Τη μερα αυτη δεν θα τη ξεχασω ποτε. Εβρεχε και εγω πανω στη μοτοσυκλετα μου με το Τακη ακολουθουσαμε το αυτοκινητο του Ατρειδη που μεσα ηταν ο Λαρρυ ο Αντωνης και ο Φιλλιπας, με κατευθυνση το Χαλανδρι οπου ηταν το σπιτι του Νταλαρα. Καποια στιγμη θελοντας να προσπερασω το αυτοκινητο τους, επιταχυνα πιο πολυ απ οτι επρεπε και μετα απο μια θεαματικη τουμπα εγω και ο Τακης βρεθηκαμε ξαπλωμενοι στην ασφαλτο. Εμενα το παντελονι μου σκιστηκε στο γονατο και αιμα ετρεχε απο τη πληγη στο ποδι μου.
Οι αλλοι σταματησαν για να δουν τι εγινε και ενας μικρος πανικος επακολουθησε, οχι για το αν παθαμε τιποτα, γιατι το τραυμα ηταν επιφανειακο, αλλα για το πως θα εμφανιζομασταν στον Νταλαρα ετσι.
< και τωρα τι κανουμε?> ειπα με ενοχο υφος
Λ < πηγαινε να αλλαξεις γρηγορα και ελα. Θα σε περιμενουμε εξω απ το σπιτι του>
Α < δεν θα προλαβουμε Λαρρυ. Εχει πολλη κινηση και θα αργησουν>
Λ < και τι να κανουμε? Μας περιμενουν ολοι. Η εταιρεια...... ο Νταλαρας!!>
Μικρη σιγη.
Ξαφνικα μου ηρθε η ιδεα.
Π < εμεις θα ερθουμε ετσι. Στο κατω κατω απαγορευεται και ατυχημα να παθουμε?> απαντησα ελαφρως θυμωμενος.
<και εγω μαζι σου....>ειπε ο Τακης αποφασιστικα .
Λ < δεν ξερω....καντε οτι νομιζετε..> ειπε ο Λαρρυ και ξαναμπηκε στο αυτοκινητο κοιταζοντας το ρολοι του.
Μια κυρια ανοιξε τη πορτα του σπιτιου του Νταλαρα και μας ειπε να περιμενουμε. Εγω με σκισμενο παντελονι και ξερα αιματα πανω στο ποδι μου ενιωθα αβολα γιατι το σπιτι που εβλεπα ηταν καπως αλλιως απ οτι το φανταζομουνα. Ενα μεγαλο σαλονι με απλετο φως και η καθαριοτητα ισως να ηταν ο πρωτος κανονας σ αυτο το σπιτι.
Δεν αργησε να εμφανιστει ο Νταλαρας που μολις με ειδε ετσι ετρεξε στο μπανιο να μου φερει επιδεσμους και αφου ο ιδιος μου περιποιηθηκε το ποδι καθισε στο καναπε του σαλονιου και αρχισε να μας μιλαει για μηχανες. Η οικειοτητα αυτη μας εκανε να αισθανθουμε πιο ανετα και βολικα, γιατι το τρακ που ειχαμε στην αρχη ηταν αρκετα μεγαλο. Ενας τοσο μεγαλος καλλιτεχνης θα μιλουσε με εμας! Κι ομως ηταν τοσο φιλικος μαζι μας! Μας προσφερε καφε και οτι αλλο ζητησαμε και μετα αρχισε να ακουει τα τραγουδια που ειχαμε αποφασισει να του παρουσιασουμε.
Αφου τα ακουσε προσεκτικα, κατεληξε σε δυο απο τα τρια τεσσερα που του παιξαμε. Στη ΣΚΟΝΗ και στο ΑΡΚΟΥΔΕΣ. Ειχε αποφασισει να συμμετεχει στο δισκο μας με δυο τραγουδια! Ομως το βασικο για μας ηταν οτι θα συμμετειχε και οχι ποια τραγουδια θα διαλεγε...
Αυτη ηταν η ποιο σημαντικη στιγμη των ΤΕΡΜΙΤΩΝ, γιατι αυτη ηταν και η αφορμη να μας μαθει ο κοσμος.
Ολοι περιμεναμε τη μεγαλη στιγμη. Τη στιγμη της εμφανισης του Νταλαρα στο στουντιο για να τραγουδησει τα τραγουδια.
Αν δεν το εβλεπα ποτε δεν θα πιστευα τη τελειομανια που τον διακατεχει!!! Εμεις απο τη πρωτη ηχογραφηση νομιζαμε οτι οι φωνες ηταν ετοιμες, ενω αυτος συνεχιζε να τα τραγουδαει παλι και παλι μεχρι να ερθει το αποτελεσμα που αυτος ηθελε. Το αποτελεσμα που τελικα ο κοσμος αγαπησε. Λιγο πριν αρχισει να τραγουδαει εκανε ενα ζεσταμα φωνης με βυζαντινες σκαλες, που μακαρι να τις ειχα ηχογραφησει για να τις ακουω οταν τον θυμαμαι! Πραγματικα ηταν καταπληκτικος.
Μετα αρχισε.
ΑΧ Η ΑΓΑΠΗ.... ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ....
ΗΜΕΡΑ ΜΟΥ, ΗΜΕΡΑ ΜΟΥ ΕΡΗΜΗ...
ΚΙΤΡΙΝΗ ΜΕΡΑ.
ΧΑΡΕΣ. ΧΑΡΕΣ ΠΟΥ ΒΟΥΛΙΑΞΑΤΕ...
Ο Μαρματακης πραγματικα ειχε γραψει εκπληκτικους στιχους, οπως παντα. Αυτη τη φορα ομως...ηταν το κατι αλλο!!

Ο Δουλαμης , ο Μαρματακης (με το τσιγαρο) και η συζηγος του Νταλαρα, στο στουντιο τη στιγμη της ηχογραφησης της <Σκονης>. Στο βαθος εγω.

Πριν καλα καλα βγει ο δισκος, οι μουσικοι παραγωγοι μας ειχαν καλεσει στις εκπομπες τους, σε αντιθεση με τις προηγουμενες δουλειες μας. Τωρα ολοι αρχισαν να μας βλεπουν διαφορετικα και σαν ξαφνικα να αποκτησαμε αλλη αξια σαν μουσικοι αλλα και σαν ανθρωποι. Αυτο ηταν ενα σημειο που με ενοχλουσε απο τη μια πλευρα, αλλα και απο την αλλη μου αρεσε πολυ, γιατι τελικα ειχαμε αρχισει να καταφερνουμε το ποθητο αποτελεσμα.
Ειχαμε φωνη και επρεπε να ακουστουμε.
Ετσι κυκλοφορησε και αυτος ο δισκος, με ονομασια < Η ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΜΑΡΙΑ > πουλησε αρκετα και ηταν η μεγαλη αρχη των ζωντανων εμφανισεων μας, υπο μορφη περιοδειας. Το καλοκαιρι γυρισαμε αρκετες πολεις παιζοντας τα παλια και καινουργια μας τραγουδια, αλλα ο κοσμος ποτε ηταν αρκετος και ποτε οχι.

Μα τελικα θα υπαρχει ποτε σιγουρια ! Απορουσα, αλλα αυτη ηταν και η μαγεια. Τιποτα δεν ηταν σιγουρο. Επρεπε συνεχεια να ειμαστε σε ανησυχια και να σκεφτομαστε την επομενη κινηση. Κατι σαν σκακι.
Ολοι οι ραδιοφωνικοι σταθμοι επαιζαν τη ΣΚΟΝΗ ! Ειχε τελειωσει το συμβολαιο μας και περιμεναμε ποια εταιρεια θα μας εκανε τη καλυτερη προταση οικονομικη και καλλιτεχνικη. Ομως ακομα τα οικονομικα μας ηταν ασχημα.

. . 5 .

Ημουνα ξαπλωμενος βλεποντας τηλεοραση, οταν χτυπησε το τηλεφωνο και ο Λαρρυ μου μιλησε γρηγορα και κοφτα.
Λ <Παυλο ελα γρηγορα στο σπιτι γιατι σε μιση ωρα ερχονται για κατασχεση του πιανου.... μ ακους?>
Π<> του ειπα κοφτα χωρις να ρωτησω τιποτα και εκλεισα το τηλεφωνο.
Ο Λαρρυ εκεινη την εποχη εμενε με το Μπαχ και δεν ειχαν πληρωσει αρκετα ενοικια με αποτελεσμα ο ιδιοκτητης να προβει σε κατασχεση. Ομως το μονο που υπηρχε μεγαλης αξιας μεσα στο σπιτι ηταν το πιανο και επρεπε να το φυγαδευσουμε. Κινητοποιηθηκε ολη η ομαδα. Ο Γιωργος εφερε το φορτηγακι του αδελφου του και εμεις οι αλλοι πηγαμε αμεσως να το κουβαλησουμε. Ομως επρεπε να το κατεβασουμε εικοσι περιπου σκαλοπατια απο την εισοδο του σπιτιου μεχρι το σημειο που ηταν σταματημενο το αυτοκινητο. Κι αυτο γιατι το σπιτι ηταν στο υψος των Αναφιωτικων οπου δεν υπηρχε δρομος για αυτοκινητα.
Καθως κατεβαζαμε το πιανο απο τα σκαλοπατια ενα τεραστιο βαρος αισθανθηκα στα χερια μου.
Π< κρατατε ρεεε!!! Δεν μπορω αλλο θα μου φυγει..>φωναξα απελπισμενα
Λ<αφηστε το κατω!! Αφηστε το κατω!!...με προσοχη...> φωναξε ο Λαρρυ
Σιγα σιγα το ακουμπησαμε κατω και κρατωντας το για να μη κατρακυλησει στα σκαλοπατια, ειδα οτι ολοι με ειχαν αφησει απο τη κατω πλευρα των σκαλοπατιων να το κουβαλαω μονος μου και αυτοι απο τη πανω πλευρα να το κρατανε σε ισορροπια.
Π<καλα ρε.. μαλακες εισαστε !> φωναξα
Λ< αντε ολοι μαζι απο κατω και ενας δυο τη πανω πλευρα....για μπουλντοζα τον περασατε το Παυλο?> ειπε γελωντας
Τελικα το πιανο φυγαδευτηκε και μαζι και εμεις. Ουτε που μας ξαναειδαν ποτε.
Ολες αυτες οι καταστασεις (που ηταν αρκετες) συνοδευοντουσαν παντα με ατελειωτα γελια . Για παραδειγμα θυμαμαι οταν ο Γιωργος μας εκανε προταση μια μερα να αναλαβουμε ολοι μια μετακομιση που ειχε παρει εργολαβεια αυτος, και τα λεφτα θα ηταν καλα, οπως μας εγγυηθηκε! Εμεις πιο πολυ για το γελιο αλλα και για τα λεφτα δεχτηκαμε κι ετσι ξαφνικα βρεθηκαμε στο σπιτι των ανθρωπων που περιμεναν επαγγελματιες οπως τους ειχε υποσχεθει ο Γιωργος. Με σοβαρο υφος (στην αρχη) ξεκινησαμε το κουβαλημα ακολουθωντας τις οδηγιες του εργολαβου. Ετσι τον φωναζαμε προσπαθωντας να κρατησουμε τα γελια μας. Το προβλημα ομως ηταν οτι το διαμερισμα βρισκοταν στον ογδοο οροφο μιας πολυκατοικιας και ο ανελκυστηρας χωρουσε ενα ατομο κι αυτο με το ζορι. Πως θα κατεβαζαμε τα ηλεκτρικα ειδη? Τα χαλια? Τις γλαστρες και ολα τα νοικοκυρια ενος διαμερισματος?
Οταν ειδα τα χαλια τυλιγμενα μου ηρθε μια καλη ιδεα. Να τα πεταμε ενα ενα απο το μπαλκονι και ενας να ειναι κατω να τα φυλαει μεχρι να παμε να τα φορτωσουμε. Ολοι δεχτηκαν αμεσως. Ετσι αφου τα ριξαμε κατεβηκαμε για το φωρτωμα. Ομως η εκπληξη ηταν μεγαλη. Τα χαλια απο τη πτωση και τη προσκρουση μετα απο οκτω ολοκληρους οροφους ειχαν ανοιξει ολα στα δυο.
< καταστροφη!!!!> ειπε ο Γιωργος σιγα
<τι κανουμε τωρα?..> μονολογησα τρομαγμενος
< βαλτε τα σιγα σιγα στο φορτηγακι πριν τα δουν και συνεχιζουμε> προσθεσε ο Γιωργος.
Π< και οταν τα ανοιξουν τι γινεται?> τον ρωτησα
Γ< εμεις θα τ αφησουμε τυλιγμενα στο καινουργιο σπιτι και μετα θα τη κοπανησουμε> ειπε ακομα πιο σιγα αυτη τη φορα.
Ετσι τα τυλιξαμε παλι και με προσοχη τα φορτωσαμε στο αυτοκινητο.
Η μετακομιση ομως δεν ειχε τελειωσει ακομα!!
Και φυσικα εμεις συνεχισαμε τις γκαφες, αυτη τη φορα πιο μεγαλες.
Επρεπε να κατεβασουμε το ψυγειο απο τα σκαλοπατια. Και τι ψυγειο. Τερας! Απο πανω εγω κρατουσα την ισορροπια και απο κατω ο Γιωργος με τον Κομνο ( φιλος μας απο το Πτελεο), προσπαθουσαμε να το ισορροπησουμε, οταν απο τα πολλα γελια, οι κατω δεν αντεξαν και αφησαν το ψυγειο στη τυχη του. Αυτο φευγοντας με μεγαλη ταχυτητα και μετρωντας τα σκαλοπατια ενα ενα, σαν βομβα ετοιμη να εκραγει, μετα απο αρκετα μπαμ μπουμ κατεληξε να κατεβει εναν οροφο μονο του. Ειχε σχεδον διαλυθει. Η πορτα της καταψυξης ειχε ξεκολλησει απο το κυριως σωμα και συνεχισε τη πτωση της και στο παρακατω οροφο. Ο θορυβος ηταν τεραστιος! Ανθρωποι βγηκαν απο τα διαμερισματα τους κοιτωντας με απορια.
< αυτο.. ονομαζεται.... το φαινομενο της βαρυτητας...> ειπε ο Κομνος με υφος ειδικου!
Τα γελια τωρα ηταν ακομα πιο πολλα και δακρυα ειχαν αρχισει να τρεχουν απο τα ματια μας. Η νοικοκυρα ακουγοντας οτι κατι περιεργο ειχε συμβει ηρθε να δει και βλεποντας εμας να εχουμε λυθει στα γελια και το ψυγειο σχεδον κατεστραμμενο, αρχισε να φωναζει σε βοηθεια και να βρισκεται σε κατασταση αλοφροσυνης. Και με το δικιο της φυσικα. Εμεις ημασταν σε αμοκ νευρικου γελιου και κρατωντας το στομαχι μας σιγα σιγα κατεβηκαμε κατω και φυγαμε οπως οπως.
Ο Γιωργος ομως ειχε δυσκολη συνεχεια γιατι η γυναικα ηταν γνωστη του μπαμπα του και ετσι για λιγο διαστημα εφυγε απο το σπιτι του και εμενε μαζι μας. Μονο οταν του υποσχεθηκε η μητερα του οτι ο μπαμπας ηταν πια ηρεμος, επεστρεψε πισω.
Με το Γιωργο ειχαμε το ιδιο παθος (σε βαθμο μανιας) με τις μηχανες. Οι εκτος Τερμιτων παρεες μας ηταν ολοι με μηχανες και τακτικα οργανωναμε εκδρομες αφηνοντας πισω ολες μας τις σκοτουρες και τα προβληματα.
Αυτο και το μπιλλιαρδο ηταν οτι με ειχε γοητευσει πιο πολυ απ ολες μου τις ασχολιες, εκτος φυσικα απο τους Τερμιτες.
Ετσι λοιπον οποια συναυλια καναμε, εγω πηγαινα με τη μηχανη ανεξαρτητως καιρου και αν ο καιρος ηταν καλος ολο και ενας Τερμιτης μου ζηταγε να τον παρω μαζι μου. Οταν ομως εβρεχε, καναν τις παπιες! Ολοι στο αυτοκινητο και εγω μονος μου. Και δικαιολογημενα φυσικα.
Θυμαμαι ειχαμε να κανουμε μια εμφανιση στη Θεσσαλονικη, οταν ο Μπαχ μου ζητησε να τον παρω μαζι μου. Ετσι ξεκινησαμε εμεις στη μηχανη και οι αλλοι μαζι με τα οργανα στο αυτοκινητο του Φιλλιπα.
Ο Μπαχ με εσφιγγε απο πισω γουσταροντας πολυ τη ταχυτητα, αλλα καπου καπου φοβοταν αρκετα και μου ζηταγε να σταματησω δηθεν για να παει τουαλετα. Εγω γελαγα απο μεσα μου, αλλα τον καταλαβαινα γιατι οι ταχυτητες ηταν μεγαλες και οταν καποιος δεν τις εχει συνηθισει δεν μπορει να τις αντεξει για πολλη ωρα. Οι αλλοι ειχαν ξεκινησει μιαμιση ωρα νωριτερα, οταν τους συναντησαμε στα Τεμπη. Εκει καναμε παντα σταση για πλαταροσουπα και για καφεδακι. Αφου λοιπον ξεκουραστηκαμε και ειμασταν ετοιμοι να φυγουμε, δεν βρισκαμε πουθενα το Μπαχ.
< στη τουαλετα θα ειναι...> ειπε ο Φιλλιπας.
Λ<ας ετοιμαζομαστε εμεις και θα ερθει...>
Αφου περασαν πεντε δεκα λεπτα ακομα και δεν ειχε εμφανιστει, ανυσηχισαμε μηπως επαθε τιποτα. Ψαξαμε ολο το μαγαζι, στις τουαλετες, εξω, μεσα, πουθενα ομως.
Εκεινη τη στιγμη ηρθε ενας σερβιτοτος προς το μερος μας και μας ρωτησε.
< τι ψαχνετε ρε παιδια?>
<εναν απο τη παρεα μας, αλλα δεν τον βρισκουμε πουθενα.. > του ειπα.
<ποιον..! αυτον με τα κοκκινα μαλια και τη καραφλα?> μας ρωτησε.
<ναι. Μηπως τον ειδες?> ειπε ο Λαρρυ.
<αυτον που μοιαζει με το Μποζο?!> ξαναειπε ο σερβιτορος γελωντας.
<ναι αυτον,,> ειπε ο Φιλλιπας ενοχλημενος που αποκαλεσε ετσι τον αδελφο του.
<τον ειδα να πηγαινει προς τα διοδια..αλλα δεν ειδα να γυρναει πισω> προσθεσε
<καλα..ευχαριστω..> ειπα
μικρη σιγη και μολις λιγο απομακρυνθηκε απο μας,ακουστηκε σιγα
η φωνη του Φιλλιπα.
<αντε μη σου γαμησω τιποτα τωρα.... κολογκαρσονο!!>
Με διαθεση γελιου αλλα και αγωνιας μαζι, πηγαμε ακριβως απεναντι απο το εστιατοριο, εκει που ηταν τα διοδεια και ρωτησαμε εναν υπαλληλο μηπως ειδε το φιλο μας με τη καραφλα και τα κοκκινα μαλλια.
Η απαντηση ηταν εκπληκτικη.
Μας ειπε οτι τον ειδε να φευγει με ωτοστοπ πριν απο μιση ωρα περιπου.
Ολοι μας μειναμε αφωνοι να κοιτιομαστε και τοτε αρχισαν παλι τα ατελειωτα γελια, αλλα μεσα μας ειχε μεινει η απορεια. Πως μπορει να γινει αυτο!! Μα τελικα τοση τρελλα κουβαλουσε ο Μπαχ, η ηταν τοσο εκκεντρικος?
<αα!!...αυτο δεν ειναι τιποτα..> ειπε ο Φιλλιπας και συνεχισε,
<μια φορα επαιζε στο Κυτταρο με το Γερμανο και στη μεση της σεζον τους αφησε στα κρυα του λουτρου και εφυγε..! χαχαχαχα>
<και γιατι εφυγε?> ρωτησε ο Λαρρυ.
<μηπως ηξερε και ο ιδιος γιατι? Χαχαχα> απαντησε
Τωρα τα γελια ηταν πολλα και οι υπαλληλοι των διοδιων μας κοιτουσαν περιεργα και υποτιμητικα. Βλεπεις η εμφανιση μας εφευγε απο το κατεστημενο και τη ρουτινα των εργαζομενων ανθρωπων!
Φτασαμε τελικα στη Θεσσαλονικη και πηγαμε απευθειας στο ξενοδοχειο για να αφησουμε τα πραγματα μας. Εκει ο Μπαχ σαν να μη τρεχει τιποτα μας εξηγησε που ειναι τα δωματια μας, αλλα ποτε δεν μας εξηγησε γιατι ειχε φυγει.
Η συναυλια ηταν στο Θεατρο Κηπου( καλοκαιρινος χωρος), στις εννια το βραδυ και επρεπε να παμε αρκετα νωριτερα για το καθιερωμενο τεστ ηχου.
Οταν φτασαμε στο Θεατρο ο οργανωτης ηταν αρκετα ανησυχος, γιατι οπως μας ειπε την προηγουμενη εβδομαδα ειχε εκει συναυλια ο Σιδηροπουλος και οι Πανκ εκαναν αρκετα προβληματα πετοντας μπουκαλια μπυρας στο παλκο, με αποτελεσμα να σταματησει η συναυλια.
<αυτο ειναι προβλημα..> μονολογησε ο Λαρρυ.
Καναμε οτι ειχαμε να κανουμε για τον ηχο και πηγαμε καπου για φαγητο, περιμενοντας την ωρα της συναυλιας με αρκετο στρες για το τι εμελε να συμβει.
<καλα...ειναι δυνατον αυτοι να ειναι πιο αγριοι απο εμας?..ειναι δυνατον!!> ειπα αγριεμενος
<οχι, αλλα ειναι ποιο πολλοι!...Καταλαβες τωρα?> απαντησε εκνευρισμενος ο Λαρρυ.
Σκεφτομουνα αρκετη ωρα για τη λυση και στο τελος αποφασισα τι επρεπε να κανω. Ετσι με αυτοπεποιθηση και αγριαδα ζωγραφισμενη στο προσωπο μου, ειπα.
<αστο πανω μου Λαρρυ το θεμα και ολα θα πανε καλα>
<δηλαδη και τι θα κανεις ρε μαγκα?..για πες μας και μας!!> ρωτησε ειρωνικα ο Λαρρυ.
<οταν θα ερθει αυτη η ωρα, θα δεις...Εγω δεν μασαω απο τετοια!> του απαντησα θυμωμενα.
Δεν ανταλλαξαμε κουβεντα για πολλη ωρα και η ωρα της κρισης πλησιαζε.

Ο κοσμος ειχε γεμισει το Θεατρο και πολλοι πανκ ηταν ορθιοι μπροστα ακριβως κατω απο το παλκο. Θα μπορουσαν ευκολα ακομα και πανω να ανεβουν, γιατι υπηρχε μια ραμπα που ενωνε το κατω χωρο με το δικο μας.
Η ιδεα μου ειχε μπει απο πολυ νωρις, οταν ακομα καναμε τις τελικες προβες για τον ηχο. Ημουνα λοιπον ετοιμος για δραση απο τη πρωτη κιολας στιγμη.
Μια μουσικη απο Μπρους Σπριξτιν επαιζε σε μεγαλη ενταση απο τα τεραστια ηχεια δεξια και αριστερα των θεατων και ολα εδειχναν οτι η ατμοσφαιρα ηταν τεταμενη και ετοιμη να εκραγει. Στα καμαρινια εμεις καναμε το τελευταιο κουρντισμα στις κιθαρες και ο οργανωτης μας ειπε οτι σε τρια λεπτα βγαινουμε. Δωσαμε τις κιθαρες να τις ακουμπησουν στα ειδικα σταντ στη σκηνη και ειμασταν ετοιμοι.
<της πουτανας γινεται κατω...αντε να δουμε πως θα βγει το βραδυ!> ειπε ο Λαρρυ σβηνοντας το τελευταιο τσιγαρο πριν την εξοδο.
<ανεβειτε εσεις και εγω ερχομαι..> του απαντησα κατευθυνομενος προς την εξοδο που οδηγουσε στη πισω πλευρα του Θεατρου και οχι προς τη σκηνη.
<που πας ρε τρελλεθηκες? Σε ενα λεπτο βγαινουμε!> μου φωναξε ο Λαρρυ νομιζοντας οτι αστειευομαι.
<ανεβειται και ερχομαι. Μην ανησιχεις> του απαντησα με μια ηρεμια που του εδειχνε οτι ξερω ακριβως τι παω να κανω και εφυγα απο τη πισω πορτα.
Ο συνχρονισμος ηταν τελειος!
Τη στιγμη που οι Τερμιτες βγαιναν στη σκηνη, εγω εμπαινα απο τη εισοδο πανω στη μηχανη με τα φωτα αναμμενα παραμεριζοντας αρκετο κοσμο και με ενα διαπεραστικο μουγκρισμα απο τη χειροποιητη (4 σε μια) εξατμηση της μηχανης. Αλλοι προσπαθουσαν να προφυλαχτουν μην τους χτυπησω, αλλοι μεναν ακινητοι κοκκαλομενοι απο το φοβο και αλλοι σπρωχναν ο ενας τον αλλον για να βγουν εξω. Επικρατουσε ενα χαος οπως ακριβως την ωρα του σεισμου που ολοι προσπαθουν να βγουν εξω απ οπου ναναι και οπως ναναι. Και ενω ολοι ειχαν μεινει αφωνοι χωρις να καταλαβουν ακριβως τι γινεται, οδηγησα με <παντες> τη μηχανη στη ραμπα ανεβαινοντας στο παλκο. Χαος, φωνες χειροκροτηματα και οι πανκ ειχαν τρελαθει! Εκει την ακουμπησα στο πλαινο σταντ και με μια γκαζια την εσβυσα. Αρπαζα τη κιθαρα και ξεκινησαμε ενα ξεφρενο ρυθμο του ομονοιμου τραγουδιου μας
< ΤΕΡΜΙΤΕΣ. ΤΕΡΜΙΤΕΣ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΜΟΝΟ ΜΥΤΕΣ......>Τα ματια του Λαυρεντη και του Αντωνη εβγαζαν φωτιες.Πιστευω οτι αν καποιος τους ελεγε την παραμικρη κουβεντα εκεινη τη στιγμη ισως και...κι εγω δεν ξερω τι θα γινοταν...!
Ο κοσμος βρισκοταν σε τρομερο κεφι και οι πανκ ειχαν γινει φανατικοι μας φιλοι. Ηθελαν να ανεβουν στη σκηνη να μας αγκαλιασουν αλλα οι λιγοστοι security της συναυλιας τους εμποδιζαν κι ετσι τα εβαλαν μαζι τους.
Ο Λαρρυ την εχει καταβρει και τραγουδουσε εκπληκτικα. Ο Αντωνης επαιζε τα σολο της ζωης του. Ο Φιλλιπας στα τυμπανα σαν να βρισκεται στο Γουντστοκ και ο Μπαχ τα εδινε ολα.
Ειχε σχεδον τελειωσει η συναυλια, ακομα τρια τραγουδια θα λεγαμε, οταν καποιοι απο τους πανκ μας ζητησαν να ανεβουν στη σκηνη και να παιξουν ενα δυο τραγουδια με τα δικα μας οργανα. Τους αφησαμε να ανεβουν προειδοποιοντας τους να μη κανουν καμμια ζημια στα οργανα γιατι ηταν αρκετα ακριβα.
Εμεις τωρα απο κατω και αυτοι στη σκηνη, αρχισαν ενα μονοτονο ρυθμο, αγριο και εκωφαντικο! Ξαφνικα ο τραγουδιστης αρχησε το τραγουδι....
< ΓΑΜΩ – ΓΑΜΩ- ΓΑΜΩ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ.....>
Απο κατω οι δικοι τους ειχαν πια ξεφυγει απο τα λογικα τους και ο ενας βαραγε τον αλλο, μετα τον φιλαγε και διαφορα τετοια παλαβα.
<αυτοι ειναι ποιο τρελλοι κι απο μας!> φωναξε ο Αντωνης κατω απο τη πιεση του ηχειου που ηταν ακριβως διπλα μας.
Ξαφνικα ομως ενας απο τους δυο πανκ κιθαριστες εκανε μια κινηση που μας παγωσε. Σηκωσε ψηλα τη κιθαρα με διαθεση και κινηση που εδειχνε οτι ηθελε να τη σπασει. Και φυσικα καθολου δεν περιμενα να δω αμα το ενοουσε, αλλα με ενα σαλτο βρεθηκα αναμεσα τους και αφου τους επιασα και τους δυο απο το λαιμο, τους χτυπαγα μεταξυ τους οπως ο Οβελιξ τους Ρωμαιους. Το περιεργο ηταν οτι οι αλλοι πανκ μου φωναζαν να τους βαρεσω ποιο πολυ. Τι περιεργα παιδια, σκεφτηκα.
Η συναυλια ειχε τελειωσει και το Θεατρο εμοιαζε να θελει ανακαινηση.
Η επομενη μερα μας βρηκε στο δρομο της επιστροφης, εμενα μονο μου στη μηχανη και τους αλλους στο αυτοκινητο.

. 6 .

Ο δισκος πηγαινε εκπληκτικα καλα!
Η ΣΚΟΝΗ ειχε γινει μεγαλη επιτυχια.
Οποιο σταθμο και να ακουγαμε επαιζε το τραγουδι μας. Στις συναυλιες του Νταλαρα στο εξωτερικο, ο κοσμος τον αποθεωνε τη στιγμη που τραγουδουσε τα δικα μας τραγουδια.
Ημασταν χωρις συμβολαιο με μια επιτυχια στα χερια μας και επρεπε να παρουμε τη σωστη αποφαση απο τις προτασεις που ειχαμε.
Υπηρχε αρκετος χρονος μπροστα μας να σκεφτουμε τι επρεπε να κανουμε και ετσι ελαφρως χαλαρωμενοι απολαμβαναμε τη κατασταση. Πηγαιναμε βολτες, κινηματογραφο και τακτικα βρισκομασταν στο σπιτι του Λαρρυ για να παιζουμε κανενα χαρτακι.
Ηταν ενα παιχνιδι στα χαρτια που ονομαζοταν < μπουρλοτο > και μας ειχε πιασει μια περιεργη μανια μ αυτο. Ετσι φτιαχναμε τις δυαδες μας και παιζαμε δυο εναντιον δυο, με διαφορα στοιχηματα. Δηλαδη οποια δυαδα εχανε, επρεπε να βρει περιπτερο ανοιχτο στις τρεις η ωρα το πρωι, γιατι τετοιες ωρες παιζαμε, και να φερει στους αλλους τσιγαρα και σοκολατες, με τον σαδιστικο ορο οι ηττημενοι να μην μπορουν να απολαυσουν απο τα επαθλα. Αλλο στοιχημα ηταν ποιος θα επλενε το αυτοκινητο μεσα στα μαυρα μεσανυχτα, με κουβαδες και σαπουναδες και ας ηταν χειμωνας! Διαφορα τετοια φιλικα στοιχηματα που μας διασκεδαζαν και μας κρατουσαν κοντα τις νεκρες ωρες και μερες.
Ενα βραδυ λοιπον παιζαμε οπως παντα και οι δυαδες ηταν ενας καινουριος μας φιλος απο τη Κυπρο ο Τακης και εγω,με αντιπαλους το Λαρρυ με το Κομνο. Η ατυχια τους ηταν μεγαλη και συνεχεια εχαναν. Ο εκνευρισμος του Λαρρυ ηταν πολυ μεγαλος και ετσι η διασκεδαση ειχε πια χαλασει. Περιμεναμε πως και πως να τελειωσουμε και να παμε στα σπιτια μας, οταν ξαφνικα ο Λαρρυ βλεποντας οτι η ατυχια του συνεχιζεται και μετα απο ενα μεγαλο κολπο που εβγαλα στο παιχνιδι, πεταξε τα χαρτια του και αρχισε να βριζει.

Ειχαμε αρχισει τις προβες για τυχον συναυλιες και για να περασουμε το προσωπικο μας ηχο στις καινουριες μας συνθεσεις. Εκει υπηρχαν τακτικα διαφωνιες και αρκετοι καυγαδες, γιατι υπηρχε προβλημα συνεννοησης ιδιαιτερα τον τελευταιο καιρο. Παντα υπηρχαν αυτα, αλλα οχι σε τετοιο βαθμο και με τοση σοβαροτητα οσο αυτη την εποχη.
Δεν ηξερα τι, αλλα κατι συνεβαινε στο Λαρρυ. Ειχε αλλαξει? Δεν μπορουσα να καταλαβω. Ομως στο συγκροτημα ηθελε παντα να περναει το δικο του, σαν μια πρωτογονη κατασταση κυριαρχιας και αρχηγιας, οπως οταν οι σκυλοι αφηνουν τη μυρωδια τους απο τα περιτωματα στα δεντρα για να ξερουν τ αλλα αρπακτικα οτι εκει ειναι δικη τους περιοχη και οτι ειναι οι αρχηγοι. Ειχε αρχισει να θεωρει τους Τερμιτες δικια του υποθεση και αυτο ενοχλουσε ολους μας. Ισως να ηταν δυσκολη εποχη για εκεινον κι ετσι καναμε υπομονη χωρις να τεντωνουμε το σκοινι. Φυσικα παντα υπηρχαν και οι καλες στιγμες που μας εκαναν να ειμαστε αγαπημενοι και φιλοι, παραμεριζοντας και ισως κακως, τις ασχημες στιγμες μας.
Ο Λαρρυ εκεινη την εποχη εγραψε ενα τραγουδι για το Μπουλα, το Μπανακι Μανακι που εγινε μεγαλη επιτυχια. Μετα τον καλεσε ο Βαρδης να τραγουδησει μαζι με τους Κατσιμιχαιους το <Σχημα Λογου> και γενικα ειχε πολλες και καλες προτασεις. Αναμφιβολα ηταν καλος τραγουδιστης και του ειχαν αρχισει οι εξω-τερμιτικες προτασεις.
Δηλαδη αρκετοι του ειπαν τοτε να συνεχισει μια καριερα μονος του, αλλα αυτος αγαπουσε το συγκροτημα και τους φιλους του οπως ηθελα να πιστευω και απερριπτε τις οποιες προσφορες του γινονταν.
Ολα ηρθαν αρκετα αποτομα εκεινο το καιρο.
Ειχαμε ευκαιριες και επρεπε να τις αρπαξουμε.
Σε ποια εταιρεια θα πηγαιναμε?
Ο Πετριδης που μας ειχε πιστεψει απο την αρχη, τωρα ηταν στην VIRGIN. Μας παροτρυνε να τον ακολουθησουμε και ετσι καναμε, περνοντας και καποια αρκετα χρηματα σαν προκαταβολη.
Το συμβολαιο ηταν για τρεις δισκους, και τωρα ειμασταν μονο τεσσερις σαν ΤΕΡΜΙΤΕΣ. Ο Λαρρυ, ο Φιλλιπας, ο Αντωνης και εγω. Ο Τακης ειχε αποχωρησει και ο Μπαχ θα ηταν απλως μουσικος που θα πληρωνοταν απο εμας οταν τον χρειαζομασταν και αν φυσικα ηταν ελευθερος, γιατι ετσι προτιμουσε.
Δεν μπορουσε αυτος ο ανθρωπος να μπει σε κλισε και σε σχηματα. Ειχε τη δικια του λογικη, τη δικια του μουσικη ελευθερια, το δικο του μοναδικο πνευμα που παντα θαυμαζα και ζηλευα καλοπροεραιτα.
Ταυτοχρονα υπογραψαμε και στην Α.Ε.Π.Ι., εταιρεια πνευματικων δικαιωματων, περνοντας κι απο εκει καποια χρηματα, μιας και ειχε τελειωσει το προηγουμενο μας συμβολαιο με την Ε.Μ.Σ.Ε.

Μπορει σαν μουσικο σχημα να ειχαμε παει αρκετα μπροστα, ομως σαν φιλοι ειχαμε οπισθοδρομησει. Και η αληθεια ειναι οτι αυτο ηταν ενα φαινομενο τακτικο σε συγκροτηματα, οχι μονο σε μας, αλλα ακομα και σε τεραστια σχηματα της εποχης. Ηταν ο σοβαροτερος λογος διαζυγιου των συγκροτηματων .

Δεν θυμαμαι πως, αλλα εκεινη την χρονικη περιοδο γνωρισα μια κοπελα που δουλευε στο Υφυπουργειο Νεας Γενιας και η θεση της ηταν σημαντικη. Γιναμε στενοι φιλοι με την αοριστη μορφη της ελευθερης σχεσης και μας εφερε σε επαφη με ανθρωπους που διοργανωναν εκδηλωσεις για το Υφυπουργειο. Ετσι μας κλειστηκαν αρκετες συναυλιες στην επαρχια με ελευθερη εισοδο και αυτο εκανε πολυ καλο στη δημοτικοτητα μας.
Χαρακτηριστικα θυμαμαι μια που καναμε στη Μυτυλινη για τους φανταρους. Εκει μας εστειλαν γιατι ειχε γινει μια αυτοκτονια ενος στρατιωτη και επρεπε να αναπτερωθει το ηθικο των υπολοιπων.
Φτασαμε λοιπον στο στρατοπεδο και ενω η συναυλια κυλαγε ωραια και ομαλα, καποιοι φανταροι σηκωθηκαν να χορεψουν ενα ροκ εν ρολ, οταν οι αξιωματικοι τους το απαγορεψαν και ετσι η ατμοσφαιρα θυμιζε πιο πολυ νταχαου παρα διασκεδαση. Ενας φανταρος δεν αντεξε, σηκωθηκε και αρχισε να χορευει, οταν ενας αξιωματικος τον επιασε απο το πουκαμισο και σκιζοντας το, τον τραβηξε κατω βιαια και με το ετσι θελω.
Εμεις βλεποντας αυτη την εικονα, ολα τα στρατιωτικα μας αποθυμενα απεναντι σ αυτο το αισχρο και απανθρωπο συστημα βγηκαν στην επιφανεια και αμεσως ο Λαρρυ πεταξε το μικροφωνο κατω, εγω πεταξα το μπασσο, ο Φιλλιπας εδωσε μια κλωτσια στα τυμπανα, ο Αντωνης δυναμωσε στο τερμα τον ενυσχιτη του βγαζοντας εναν εκωφαντικο θορυβο και διαφορα τετοια, που ξεσηκωσαν ακομα περισσοτερο τους φανταρους. Σταματησαμε να παιζουμε και απαιτησαμε αμεσως να φυγουν ολοι οι μονιμοι αξιωματικοι απο την αιθουσα κι αν θελαν ας καναν κι αλλιως. Μην ξεχναμε, Υφυπουργειο ηταν αυτο!
Ετσι η συναυλια εξελιχτηκε σε καταπληκτικη και οταν φυγαμε αφησαμε εντολη να μην εχει κανενας καμια επιπτωση. Και φυσικα ετσι και εγινε!
Αυτες οι στιγμες ηταν που μας κρατουσαν σφιχτα δεμενους και νιωθαμε οτι ειχαμε θεση και αποψη που επρεπε να την κατευθυνουμε με καποιο τροπο για να ταρακουνησουμε το κατεστημενο. Αυτο το γαμημενο το συστημα ομως, δυσκολα μπορουσε κανεις να το πειραξει! Κατεστημενο?

Να και κατι που θυμηθηκα τωρα...
Εστριβα σε μια στροφη στα Λιμανακια, οταν ο πισω τροχος αρχισε ελαφρα να γλυστραει. Ενιωσα την ηδονη του κινδυνου και αυτο ηταν κατι σαν δοση, αλλα με αναγκασε να κλεισω ελαφρια το γκαζι για να επαναφερω τη μηχανη μου στην ομαλη της πορεια, ξυνοντας ελαφρια το αριστερο μαρσπιε πανω στην ασφαλτο απο τη κλιση που ειχα. Μικρες σπιθες βγαιναν απο τη τριβη και το αθλητικο μου παπουτσι εχανε αλλο πιο λιγο απο τη λαστιχενια του σολα. Μετα την εξοδο απο τη στροφη αρχισε να εμφανιζεται η επομενη. Σκυβοντας λιγο και επιταχυνοντας ελαφρως, πηρα τη καταλληλη γωνια για να μπορεσω να πετυχω τη μεγαλυτερη ταχυτητα εισοδου, οταν ακουσα τη σειρηνα ενος περιπολικου λιγο πισω μου, που προσπαθουσε μαλλον να φτασει εμενα.
Απο το καθρεφτη μου εριχνα πεταχτες ματιες και τωρα η μηχανη δουλευε σε ρυθμο φυγης περνοντας τις στροφες σε οριακες κλισεις. Το αστυνομικο ακουγοταν ακομα, αλλα πιο μακρια αυτη τη φορα και προσπαθουσα να βρω ενα τροπο να φυγω απο την επαφη που ειχαμε. Στην ουσια μια κλιση για υπερβολικη ταχυτητα θα ετρωγα, αλλα τωρα τα πραγματα ηταν πιο σοβαρα γιατι δεν ειχα σταματησει οταν επρεπε.
Μετα απο αρκετη ωρα δεν ακουγα πια τιποτα, αλλα η αγωνια της φυγης με ειχε κανει να οδηγαω σαν τρελος, μεχρι που η κουραση της ταχυτητας με σταματησε σε μια παραλια πιο διπλα απο το δρομο για να αναψω ενα τσιγαρο.
Δεν ειχα προλαβει να το τελειωσω οταν κοιτωντας το δρομο παγωσε το αιμα μου. Το περιπολικο που με κυνηγουσε περνουσε τωρα ακριβως διπλα μου με σβηστες τις σειρηνες. Εγω με γυρισμενη τη πλατη συνεχιζα να καπνιζω χωρις να δειξω καποιο σημαδι αναστατωσης. Το αυτοκινητο ελαττωσε ελαφρως ταχυτητα και μετα συνεχισε τη πορεια του επιταχυνοντας. Προφανως δεν ηταν σιγουροι για το αν ημουνα εγω αυτος που πριν λιγο κυνηγουσαν. Η καρδια μου μπηκε στη θεση της και με ανακουφιση ξαπλωσα στην αμμο.
Πολλες φορες εκανα αυτη τη διαδρομη, ιδιαιτερα οταν ημουνα σε καποια δυσκολη κατασταση, οδηγωντας αρκετες ωρες με μονη συντροφια τη μηχανη μου και τη φυση που τοσο πολυ αγαπουσα.
Τον καινουριο μας δισκο τον προετοιμαζαμε αρκετο καιρο, γιατι θελαμε η συνεχεια να ειναι το ιδιο δυνατη οπως και με το προηγουμενο.
Πολυ ψαξιμο στον ηχο και στην ενορχηστρωση, με τον Μιτζελο να δυναμωνει το μουσικο του υφος στα σολα και το Λαρρυ με ποιο ωριμη φωνη απο οτι στους προηγουμενους δισκους.
Η ομαδα ηταν στη καλυτερη της κατασταση και ελειπε μονο η καινουρια ιδεα της καθιερωμενης μας εκπληξης. Αυτης που θα εκανε παλι το κοσμο να μας προσεξει θελει δεν θελει!
Ετσι ηρθε η συνεργασια με τη Φλερρυ Νταντωνακη που θα τραγουδουσε ενα τραγουδι μας. Το ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ.
Η Φλερρυ ηταν μια ερμηνευτρια κολοσσος, με τρομερη ποιοτητα και ιστορια και αυτο μας εκανε να εχουμε ενα θαυμασμο και σεβασμο στο προσωπο της.
Οι μερες περναγαν και καπου καπου εβγαινε και καποια συναυλια για να μπορεσουμε να οικονομησουμε κανενα ψιλο που θα μας εκανε να περασουμε τον υπολοιπο καιρο μεχρι την επομενη. Εγω στις δυσκολες εξακολουθουσα να βοηθαω τους γονεις μου στο περιπτερο και ετσι ειχαν τσιγαρα και οι κολλητοι της παρεας. Φυσικα και παγωτα οταν ηταν καλοκαιρι.
Ενα καλοκαιριατικο βραδυ λοιπον, την ωρα που δουλευα, ηρθε ο Λαρρυ στο περιπτερο με πρησμενο το κουτελο και μου ειπε οτι ενα γκαρσονι του εσπασε το μπουκαλι της κοκα κολας που επινε στο κεφαλι, μετα απο ενα καυγα που ειχαν.
Σε λιγα λεπτα τα ρολλα ειχαν κατεβει και αμεσως ο Ατρειδης εγω και ο Λαρρυ κατευθυνομασταν προς τη καφετερια που δουλευε ο σερβιτορος, με ασχημες προθεσεις. Μετα απο λιγη ωρα ειχαμε φτασει, μιας και το περιπτερο ηταν στο Συνταγμα, δηλαδη πολυ κοντα στη Πλακα που επρεπε να παμε. Φτανοντας ειδαμε ενα περιπολικο να περιμενει σταματημενο. Η καφετερια ηταν ακριβως διπλα στο σπιτι του Λαρρυ. Πηγαμε προς το μερος των αστυνομικων με διαθεση φασαριας και διαμαρτυριας, οταν μας ειπαν οτι αν πειραξουμε το γκαρσονι θα αναγκαστουν να μας πανε στην Ασφαλεια.
Ομως εμεις ζηταγαμε εκδικηση και ειμασταν αποφασισμενοι να τον στειλουμε νοσοκομειο μολις βρισκαμε τη πρωτη ευκαιρια. Ετσι περιμεναμε ποτε θα σχολασει και μετα τα πραγματα θα ηταν ευκολα.
Περασαν περιπου δυο ωρες απο τοτε, αλλα η στιγμη που περιμεναμε ναυαγησε, οταν τον ειδαμε συνοδευομενο απο την αστυνομια να μπαίνει στο περιπολικο και να φευγει. Με κλωτσιες ριξαμε κατω μερικα τραπεζακια της καφετεριας και απο τοτε αρχισε ενας ψυχρος πολεμος μ αυτο το μαγαζι που κρατησε αρκετα χρονια. Σε πρωτη φαση, μια μερα που ηταν γεματο απο κοσμο, εμεις γυρισαμε τα ηχεια του σπιτιου προς την αυλη του και δυναμωνοντας τα στο διαπασων, βαλαμε στο κασσετοφωνο ενα αγριο ροκ τραγουδι που εκανε το κοσμο να μην ξερει απο που να φυγει. Την αλλη φορα παιζαμε ποδοσφαιρακι στην αυλη του σπιτιου του Λαρρυ, οταν το μπαλλακι εφυγε και στη κυριολεξια καρφωθηκε μεσα στο ποτηρι ενος τουριστα που επινε το ουισκακι του ανεμελος. Και πολυ γελιο μιλαμε. Ο ιδιοκτητης φωναζε την αστυνομια σε καθε τετοια κατασταση, αλλα εμεις τη κοπαναγαμε και γυριζαμε την αλλη μερα για καινουργιους μπελαδες. Με λαθος ανθρωπους τα ειχε βαλει. Και το χειροτερο ηταν οτι δεν μπορουσαμε να ξαναπαμε εκει σαν πελατες. Και εκανε κατι κρεπες!!!!!!!
Η ειρωνια ηταν οτι πολλες φορες ακουγαμε τραγουδια μας απο το ραδιοφωνο της καφετεριας, αλλα αυτοι δεν ξεραν οτι ειμαστε εμεις και ετσι απολαμβαναμε την επιτυχια μας σαν τα τραγουδια μας να βγαιναν μεσα απο ενα μουσικο Δουρειο Ιππο! Μεγαλες πλακες και καθημερινα σκεφτομασταν τι φαρσα να τους κανουμε.

Το καλοκαιρι ειχε περασει με αρκετες εμφανισεις και ο χειμωνας μας εβρισκε ετοιμους για την καινουργια ηχογραφηση. Η Νταντωνακη στο στουντιο και ολοι μας προσηλωμενοι στο Λαρρυ που επαιζε κιθαρα και η Φλερρυ τραγουδουσε. Δεν χρειαστηκε δευτερη φορα να πει το τραγουδι. Με τη πρωτη το αποτελεσμα ηταν εκπληκτικο. Τιτλος του δισκου, ΤΣΙΜΕΝΤΕΝΙΑ ΤΡΕΝΑ και ολοι περιμεναμε την ημερα της κυκλοφοριας για να δουμε την απηχηση που θα ειχε. Και ενω ολα ειχαν παρει το δρομο τους, ετσι ξαφνικα ενα πρωι ο Λαρρυ μου προτεινε να παμε στην Αγγλια να βρουμε τον αδελφο του Παπαθανασιου που ηταν παραγωγος σε μια εταιρεια εκει, γιατι οπως ελεγε τον ενδιεφερε η δουλεια μας και ηθελε με καποιο τροπο να συνεργαστουμε.
Ετσι με αφορμη το οτι ενα φιλικο μας ζευγαρι θα πηγαινε στη Γερμανια με το αυτοκινητο τους για το μηνα του μελιτος και οτι θα μπορουσαν να μας μεταφερουν μεχρι εκει, αποφασισαμε να παμε.
Ηταν καλη ιδεα για μενα, γιατι απο την Αγγλια θα μπορουσα να παω ευκολα στην Αμερικη για τη καθιερωμενη μου επισκεψη στον αδελφο μου. Επρεπε να πηγαινω καθε χρονο στην Αμερικη τουλαχιστον μια φορα, για να μπορω να εχω τη πρασινη καρτα, δηλαδη το δικαιωμα μου να πηγαινω χωρις να χρειαζομαι βιζα, καθως επισης και το δικαιωμα εργασιας εκει.

. 7 .


Ηταν χαραματα οταν συναντηθηκαμε ολοι μαζι και με ενα φραπε στο χερι μπηκαμε στο αυτοκινητο. Τα ματια μας ηταν ακομα με τσιμπλες και κανενας δεν μπορουσε να μιλησει.
Τι μηνας του μελιτος ειναι αυτος! Σκεφτηκα. Αυτο ειναι σκετη ταλαιπωρια!
Αφου καναμε ελεγχο για να δουμε μηπως ξεχασαμε κατι, ξεκινησαμε παλι για ενα ταξιδι με λιγοστα χρηματα, αλλα ευτυχως τωρα τα εξοδα βενζινης δεν θα μας επιβαρυναν.
Ομως εξοδα για ξενοδοχεια δεν μπορουσαμε να κανουμε εγω και ο Λαρρυ κι ετσι ειχαμε σχεδιασει να κοιμομαστε μεσα στο αυτοκινητο, οταν οι φιλοι μας θα απολαμβαναν τις υπεροχες σουιτες που ειχαν κλεισει, απο πολη σε πολη. Το κακο ηταν οτι o χειμωνας και το τσουχτερο κρυο, δεν ευνοουσαν και πολυ τα σχεδια που ειχαμε.
Τωρα πως εγω θα πηγαινα και Αμερικη, ενας Θεος ηξερε. Παντως ειχα στο μυαλο μου μια καινουργια αεροπορικη εταιρεια στην Αγγλια που για διαφημιστικους λογους, ειχε τα εισιτηρια σε μιση τιμη. Οταν θα φταναμε εκει, εγω θα συνεχιζα το ταξιδι μου και ο Λαρρυ θα επεστρεφε πισω με το Magic bus.
Ετσι χωρις να το καταλαβουμε βρεθηκαμε παλι στην Ιταλια. Το βραδυ ηταν δυσκολο μεσα στο αυτοκινητο, γιατι το κρυο δεν μας αφηνε να κοιμηθουμε, και ολο ριχναμε πανω μας κατι πλεκτα και τυλιγμενοι με κασκολ και οτι αλλο βρισκαμε, κλεβαμε λιγες ωρες υπνου πριν ξυπνησουμε παλι κοκκαλωμενοι.
Περασαμε παλι τα γνωστα μας μερη και βρεθηκαμε μετα απο μια μερα στη Βενετια. Εκει το ζευγαρι ειχε νοικιασει μια σουιτα σ ενα πανακριβο ξενοδοχειο με θεα τα ομορφα καναλια, απολαμβανοντας τον ερωτα τους.
Εμεις με το Λαρρυ καναμε μερικες βολτες στη πολη και μετα απο λιγες ωρες βρεθηκαμε ξανα στο δικο μας ξενοδοχειο. Σ αυτο δεν χρειαζοταν ουτε κρατηση, ουτε καθαρα σεντονια, ουτε πρωινο, ουτε τιποτα. Το μονο που χρειαζοταν ηταν μερικες χοντρες κουβερτες που δεν ειχαμε.
Για μια στιγμη ειδα το Λαρρυ να ψαχνεται ανυσηχος χωρις να μιλαει.
< τι επαθες Λαρρυ? > τον ρωτησα
< κατσε..κατσε λιγο γιατι δεν βρισκω το διαβατηριο μου..> απαντησε
< για ψαξου καλα Λαρρυ....μην τρελλαθουμε τωρα...>
<ψαχνω αλλα δεν το βρισκω....τι θα κανουμε τωρα?>
<περιμενε να ηρεμησουμε πρωτα και μετα θα ψαξουμε καλυτερα..> του ειπα κρυβοντας οσο μπορουσα την ανυσηχια μου.
Ο Λαρρυ ομως συνεχισε και συνεχισε να ψαχνει, πανω του μεσα στο αυτοκινητο, στις αποσκευες μας ( δυο σακ βουαγιαζ ηταν ολες κι ολες ), αλλα τιποτα.
Μια μικρη συγχιση μας επιασε και δεν ξεραμε τι να κανουμε. Οι φιλοι μας την αλλη μερα το πρωι θα συνεχιζαν το ταξιδι τους.
Ολο το βραδυ σκεφτομασταν, γιατι εγω επρεπε να παω στην Αμερικη οπου με περιμεναν οι γονεις μου και ο αδελφος μου.
Μετα απο πολλες αλλαγες σχεδιων, αποφασισαμε ο Λαρρυ να παει στο Προξενειο να δηλωσει την απωλεια του διαβατηριου και να επιστρεψει στην Ελλαδα με το τρενο μεσω Γιουγκοσλαβιας και εγω να συνεχισω.
Μοιρασαμε λοιπον τα χρηματα μας και οι δρομοι μας χωρισαν. Εκεινος τουλαχιστον ηξερε που παει, σκεφτηκα.
Τωρα οι φιλοι μας ειχαν ξεκινησει κι εγω μαζι τους, αλλα συνεχεια σκεφτομουνα οτι μολις θα με αφηναν στη Γερμανια, με τι λεφτα θα συνεχιζα. Κι αν καταφερνα να φτασω στην Αγγλια, μετα θα φταναν τα χρηματα για Αμερικη? Κι αν δεν φταναν πως θα γυριζα πισω στην Ελλαδα?
Τελικα η Γερμανια δεν ηταν και τοσο μακρια και συντομα βρεθηκαμε στο Μοναχο, οπου εκει οι φιλοι μας με αφησαν και συνεχισαν το ειδυλιακο τους ταξιδακι.
Και τωρα? Σκεφτηκα.
Ειχε σκοτεινιασει. Ηδη ηταν αρκετα αργα και δεν ηξερα απο που να παω να παρω το Magic bus για να φτασω Αγγλια. Αυτο ηταν ενα λεωφορειο με φτηνα εισητηρια, που εκανε το γυρο της Ευρωπης και την εποχη εκεινη ηταν πολυ διασημο.
Πολλες σκεψεις περασαν απο το μυαλο μου, αλλα η καλυτερη ηρθε οταν ακουσα δυο Γερμανιδες να μιλανε. Φυσικα τιποτα δεν ειχα καταλαβει, παρα μονο μια λεξη και συγκεκριμενα ενα ονομα που ακουσα στο τελος οταν χαιρετησε η μια την αλλη. ΣΟΥΖΙ.
Αυτο ειναι, σκεφτηκα. Η Σουζι μπορει μονο να με σωσει ετσι οπως καταντησα, μονολογησα. Αμεσως ανοιξα το μικρο μου σημειωματαριο με τα τηλεφωνα και βρηκα το τηλεφωνο της.
Με τετοια καψουρα που ειχε για μενα, σκεφτηκα, θα με φιλοξενησει για λιγες μερες. Ηταν η κοπελα που ειχα γνωρισει πριν λιγα χρονια στο χωριο του Λαρρυ, στο Φτελιο.
Μετα απο λιγα κιολας λεπτα μιλουσαμε στο τηλεφωνο και προσπαθουσα να της διαβασω την οδο που ημουνα για να ερθει να με παρει. Αυτη γελουσε συνεχεια γιατι της φαινοταν αστειος ο τροπος που της διαβαζα, αλλα και απο τη χαρα της οπως μου ειπε, που ακουγε οτι παλι θα με δει.
Περιμενα περιπου μιση ωρα και ακομα δεν ειχε εμφανιστει. Ειχα αρχισει να πιστευω οτι μου εκανε πλακα και μαλλον δεν θα ερθει, οταν ενα BMW σταματησε αποτομα διπλα μου. Η πορτα ανοιξε και η Σουζι ορμηξε στην αγκαλια μου. Με συστησε σ ενα φιλο της και αφου μπηκαμε ολοι μεσα ξεκινησαμε για το σπιτι της.
Στη διαδρομη μεχρι το σπιτι της μιλαγαμε για την εποχη της γνωριμιας μας και μου εδειχνε λιγο απο τη πολη που ηταν φωταγωγημενη και με αρκετη κινηση.
Μολις φτασαμε, η μητερα της μας περιμενε στο σπιτι με τη φιλοξενια ζωγραφισμενη στο προσωπο της.
Ευτυχως. Σκεφτηκα.
Αμεσως μου δειξαν το δωματιο που θα κοιμομουν, ενω μια ωραια μυρωδια απο φαγητο εφτανε στη μυτη μου.
Μετα απο μια ωριτσα ολα ειχαν τακτοποπιηθει, ειχα κανει το μπανακι μου και ενω καθομασταν στη τηλεοραση, η μαμα της μας φωναξε στο τραπεζι για να φαμε. Ο μπαμπας της εμενε σε αλλο σπιτι και ετσι δεν ειχα κατι αλλο να περιμενω.
Το φαγητο ηταν υπεροχο, ενα Βαυαρεζικο γευμα οπως μου ειπαν και η κουραση ειχε αρχισει να φαινεται στα ματια μου.
Η Σουζι, ευγενικο κοριτσι οπως ηταν, με συνοδεψε μεχρι το δωματιο μου και μεσα σε λιγα λεπτα χωρις καμια σκεψη να με καθυστερει, επεσα σε ενα βαρυ, ομορφο και ασφαλη υπνο.
Το πρωινο ηταν ακομα ποιο ωραιο. Ενα γεματο τραπεζι. Αυγα, μπεικον, μαρμελαδες, λουκανικα, καπνιστα κρεατα και οτι αλλο μπορουσες να φανταστεις. Στην αρχη ντρεπομουνα λιγο, αλλα μετα η πεινα μου με απελευθερωσε κι ετσι απολαυσα ενα πρωινο που δεν ειχα φαει ποτε ξανα. Φυσικα....για να μην τους προσβαλω τους ανθρωπους...ειπα μεσα μου γελωντας.
Μετα απο μια ηρεμη μερα, οπου ξεναγηθηκα στη πολη, υπηρχε σχεδιο απο τη Σουζι το βραδυ να με γνωρισει στη παρεα της. Το ραντεβου ηταν σε μια ντισκο που μονο μελη μπορουσαν να περασουν.
Ανοιξε ενα μικρο πορτακι απο τη κυριως εισοδο και αφου εδειξε τη καρτα της, τοτε ανοιξε η μεγαλη πορτα και μας αφησαν να περασουμε.
Ενα μεγαλο τραπεζι με καμια δεκαρια ατομα μας περιμεναν εκει. Μολις μας ειδαν μια κοπελα ορμηξε με ταχυτητα προς το μερος μας και με ρωτησε στα αγγλικα.
< εσυ πρεπει να εισαι.... ο Παυλος!!> μου ειπε με ναζι, εχοντας το ενα δαχτυλο στο στομα.
<ναι...εγω ειμαι..> της απαντησα αμηχανα.
<εγω ειμαι η Ουσι.. και θα χαρω να κατσεις μαζι μας>
Κοιταξα λιγο πλαγια τη Σουζι δειχνοντας της οτι επρεπε να αναλαβει τη συζητηση και καθισα σε μια λιγο πιο απομερη θεση στο τραπεζι.
<μα ελα ποιο κοντα...θελουμε να σε γνωρισουμε.....τοσα μας ειπε η φιλη μας για σενα..> φωναξε η Ουσι και τραβηξε τη καρεκλα της πιο κοντα μου. Προς μεγαλη μου εκπληξη η Ουσι εβγαλε μια φωτογραφια απο τη τσαντα της και μου την εδειξε. Ηταν η Σουζι με μενα σε ενα μπαρακι στην Ελλαδα.
<καλα...εσυ πως εχεις αυτη τη φωτογραφια...> την ρωτησα χαμογελωντας.
Δεν μου απαντησε, αλλα κοιταξε πονηρα τη Σουζι και γελασε.
Μπερδευτηκα τοτε λιγο, αλλα δεν εδωσα καμια σημασια και συνεχισα να παρατηρω τη ντισκο.
Απο τη συζητηση που ειχαμε με τη Σουζι, μου ειχε πει οτι με το φιλο της ηταν μαλωμενη κι ετσι δεν ειχε προβλημα αν θα μας εβλεπε μαζι. Και τι μαζι δηλαδη. Παρεα ημασταν. Δεν ειμασταν και ζευγαρι!
Μετα απο αρκετη ωρα ενας καινουργιος φιλος τους ηρθε στη παρεα και καθισε τρεις θεσεις μακρια μας.
Απο το υφος της καταλαβα οτι ηταν ο φιλος της. Δεν αργησα να τον πλησιασω και αρχισαμε μια συζητηση περι Ελλαδος πιο πολυ, που μας εκανε να ξεκολλησουμε λιγο απο τη παρεα. Με την ακρη ομως του ματιου μου εβλεπα την Ουσι που μιλαγε με τη Σουζι και συνεχεια μας κοιταζαν. Τελικα ετσι περασε το βραδυ και μετα απο πολλα αντιο και φιλια χωρισε η παρεα μας κι εμεις συνεχισαμε για το σπιτι.
Μπηκαμε λοιπον παλι στη BMW του γνωστου της και ενω οδηγουσε, μια αποτομη και αναπαντεχη σκηνη ακολουθησε απο τη Σουζι. Αρχισε ξαφνικα να σιγοκλαιει, γιατι οπως ισχυριζοταν δεν της εδινα σημασια και δεν αισθανομουν τιποτα για αυτην. Δεν ηξερα τι να κανω. Ημουνα σε δυσκολη θεση γιατι αυτη η κοπελα μου ειχε φερθει τοσο καλα, αλλα.....
Αφου την πηρα αγκαλια και την ηρεμησα φτασαμε στο σπιτι της.
Ημουνα αποφασισμενος μετα απο μια η δυο μερες να συνεχισω το ταξιδι μου, γιατι αν καθομουνα κι αλλο τα πραγματα ισως να χειροτερευαν και πραγματικα δεν ηθελα. Αυτοι οι ανθρωποι μου ειχαν φερθει τοσο καλα. Επρεπε ομως να κανω κατι πριν φυγω. Επρεπε να την βοηθησω να ξαναφτιαξει τη σχεση της.
Την αλλη μερα το πρωι αποφασισα να κανω μια βολτα μονος μου στο Μοναχο και ετσι αφου πηρα το λεωφορειο που χαρακτηριστικα θυμαμαι οτι πανω στη σταση εγραφε οτι θα ερθει στις 12 και 47 λεπτα και ηρθε ακριβως στην ωρα του, εφτασα στο κεντρο. Εκει περασα αρκετη ωρα περιφερομενος, ωσπου ηρθε η ωρα της πεινας και σκεφτηκα να γυρισω πισω. Τωρα ομως δεν ηξερα πιο λεωφορειο να παρω για την επιστροφη και ετσι αποφασισα να παρω ενα ταξι με τα λιγα μαρκα που ειχα.
Βρηκα μια πιατσα και μπηκα στο πρωτο ταξι που βρηκα να περιμενει. Ενα Mercedes και οδηγος μια ομορφη και εντυπωσιακη κοπελα, γυρω στα εικοσιεπτα.Ξαφνιαστηκα, γιατι τοτε ακομα στην Ελλαδα οι γυναικες δεν εκαναν τετοιου ειδους δουλειες, αλλα γρηγορα προσαρμοστηκα.
Η κοπελα καταλαβε οτι ειμαι ξενος και ετσι αρχισε μια συζητηση απο που ειμαι και μετα περι Ελλαδας φυσικα, που τοσο πολυ αγαπουσαν οι Γερμανοι. Ωσπου να φτασουμε ειχαμε ανταλλαξει τηλεφωνα και εγω φυσικα της εδωσα το τηλεφωνο του σπιτιου της Σουζι.(κινητα δεν υπηρχαν τοτε)
Εφτασα λοιπον και μετα απο το παντα ωραιο και ευγευστο φαγητο της μαμας της, κατσαμε με τη Σουζι στο σαλονι.
<θα ηθελα να με συνοδεψεις σ ενα παρτυ αποψε..> μου ειπε κοιτωντας με στα ματια.
< θα δουμε Σουζι...γιατι εχω μια φιλη που πρεπει να δω αποψε...> της απαντησα με καποιες ενοχες, λογω της φιλοξενιας που μου προσεφεραν.
<ασε τ αστεια Παυλο και πες μου ναι...> ειπε κοιτωντας με ερευνητικα.
<Πιες τον καφε σου τωρα και θα δουμε.> της απαντησα ξερα.
Δεν πρεπει να περασε μια ωρα απο τοτε, οταν το τηλεφωνο χτυπησε και η Σουζι με εκπληκτο υφος με φωναξε να παω. Μου εδωσε το ακουστικο και καθισε εκει διπλα μου για να ακουει τι λεω. Εγω μιλησα για λιγο και μετα πριν τελειωσω, ρωτησα τη Σουζι αν μπορω να παω στο παρτυ που μου ελεγε πριν, αλλα με τη καινουρια μου φιλη. Εκεινη με ενα νοημα μου ειπε ενταξει κι ετσι κλειστηκε η συναντηση.
Σουζι.....καλο θα ειναι να πεις και στο φιλο σου να ερθει μαζι, γιατι εγω δυο γυναικες μαζι δεν συνοδευω..> της ειπα και εβαλα το χερι μου πανω στον ωμο της.
εκεινη με πηρε αγκαλια και αφου με κοιταξε για λιγη ωρα χωρις να λεει τιποτα, ξαφνικα μου εδωσε ενα φιλι στο μαγουλο και ειπε.
<ενταξει....θα γινει οπως θελεις..>
<Σουζι> της ειπα
<εγω δεν ειμαι για σχεσεις...εχω ενα σκοπο και δεν τον αφηνω...ησουν και θα εισαι παντα φιλη μου..μην το ξεχνας>
<ναι αλλα....> πηγε να πει η Σουζι, ομως εγω της εκλεισα ελαφρα το στομα της με το χερι μου και πηγα παλι προς το καναπε για να συνεχισω το καφε μου.
Το βραδυ μας βρηκε εμενα να συνοδευω τη καινουργια μου φιλη και τη Σουζι με το φιλο της.
Το ιδιο κιολας βραδυ μετακομισα και εμεινα εκει στο σπιτι της καινουργιας μου φιλης, δυο ακομα μερες.
Ειχε ερθει η στιγμη να συνεχισω και το Magic Bus αναχωρουσε στις εντεκα το πρωι. Εκει βρεθηκαμε ολοι μαζι και μετα απο ενα συγκινητικο αποχωρισμο μπηκα στο λεωφορειο με ελπιδα μου τη τυχη για καλη συνεχεια. Τι τυχη ομως μπορουσα να εχω τωρα που τα χρηματα μου δεν μου φταναν ουτε για φαγητο?
Διπλα μου καθοταν ενας Κυπριος που μετα απο μιση ωρα ταξιδιου ειχε αρχισει να ροχαλιζει αγρια και χωρις διακοπη. Μια αγκωνια μου τον αναγκασε να ανοιξει τα ματια του και να με ρωτησει που ειμαστε.
<ακομα δεν ξεκινησαμε και ρωτας που ειμαστε?> του απαντησα χαμογελωντας.
Εκεινος ξαναγυρισε απο την αλλη πλευρα το προσωπο του και μετα απο δυο λεπτα αρχισε παλι αυτο το ενοχλητικο ροχαλητο.
Καποια στιγμη που το λεωφορειο αρχισε μια διαδρομη με στροφες, ο Κυπριος ξυπνησε και κοιτωντας με μου ειπε ξερα και κοφτα.
<αμα πεινασεις πες μου....μην ντραπεις>
<γιατι, τι θα φαμε, τα δαχτυλα μας?..> του απαντησα ειρωνικα.
<εχω μια φρατζολα μεσα στη τσαντα... για τις δυσκολες ωρες> μου ειπε με υφος, κοιτωντας εξω απο το παραθυρο.
< κι εσυ αμα θες κανενα τσιγαρο πες μου να σου στριψω...> του απαντησα ανταποδιδοντας του τη διαθεση αυτοβοηθειας.
Εγω καπνιζα στριφτα τσιγαρα γιατι ετσι ο καπνος ηταν πιο φτηνος και ειχε και ενα ιδιαιτερο στυλ που τοτε μου αρεσε.
Φτασαμε στη Μαγχη και επιβιβαστηκαμε στο πλοιο που θα μας μετεφερε στην Αγγλια. Το μονο που ειχαμε βαλει στο στομα μας ηταν η φρατζολα του Κυπριου και η πεινα ειχε αρχισει να γινεται ενοχλητικη.
Οι επιβατες κρατουσαν σχεδον ολοι απο ενα δισκο με φαγητο που ειχαν εφοδιαστει απο το εστιατοριο του πλοιου, επι πληρωμη φυσικα. Μετρησα τα χρηματα που μου ειχαν απομεινει και μ επιασε απελπισια. Εφτανα Αγγλια και δεν ηξερα τι θα εκανα. Περιμενα περιπου μια ωρα και τωρα η πεινα ειχε γινει αφορητη. Δεν γαμιεται.σκεφτηκα. θα παρω κατι να φαω και βλεπουμε μετα τι θα γινει. Ετσι πηγα στο εστιατοριο, αλλα δεν ειχε μεινει τιποτα εκτος απο κατι λεμονια που ειχαν περισσεψει και μερικα κομματια ψωμι. Πηρα λοιπον οσα πιο πολλα λεμονια μπορουσα να κρατησω, μαζι και μερικα ψωμακια και εκατσα σε μια γωνια. Εφαγα οσα μπορουσα και τ αλλα τα πεταξα.
Σκεφτηκα οταν φτασω στο Λονδινο να παρω ενα τηλεφωνο το πατερα μου για βοηθεια, αλλα θυμηθηκα τι μου ειχε πει πριν φυγω.
<εγω σου δινω τα λεφτα για να πας Αμερικη. Τωρα αν τα φας με το Λαρρυ στο δρομο, μην με παρεις τηλεφωνο γιατι δεν θα σου στειλω τιποτα... Καταλαβες?>
Και ειχε δικιο ο ανθρωπος. Αυτος μου πληρωνε το αεροπορικο εισητιριο και εγω πηρα τα χρηματα για να κανω αυτο που μου κατεβαινε στο κεφαλι.
Επρεπε να συνεχισω. Επρεπε να φτασω στο προορισμο μου παση θυσια. Φυσικα το σχεδιο περι Παπαθανασιου στο Λονδινο ουτε που με ενδιεφερε πια.
Το μονο που ηθελα ηταν να φτασω στον αδελφο μου.

Αυτη η ξυνιλα απο τα λεμονια μου ειχε χαλασει το στομαχι και για αρκετες ωρες ημουνα μεταξυ φθορας και αφθαρσιας, οταν ακουσα απο καποιον οτι σε λιγο φταναμε. Το κουνημα του πλοιου σε συνδιασμο με το χαλασμενο μου στομαχι με ειχαν ανακατεψει και αισθανομουνα ασχημα και μονος.
Με το μικρο μου σακιδιο στον ωμο σηκωθηκα και προχωρησα προς την εξοδο του πλοιου για να ειμαι απο τους πρωτους που θα εβγαιναν εξω.
Επιτελους ειχαμε φτασει.
Στο τελωνειο επρεπε να δειξουμε τι συναλλαγμα ειχε ο καθε ενας επισκεπτης για να δοθουν και οι βιζες.
Οταν εφτασε η σειρα μου, ενας τελωνειακος γελασε κατω απο τα μεγαλα του μουστακια και μου ειπε οτι δεν μπορουσα να περασω στην Αγγλια μ αυτο το συναλλαγμα που ειχα.
Οταν του εξηγησα οτι εγω εκει θα εμενα μονο μια μερα γιατι ταξιδευα για Αμερικη μεσω Αγγλιας, μου εδωσε το οk, φυσικα αφου του εδειξα πρωτα τη πρασινη καρτα που ειχα για Αμερικη. Μου ζητησε να του δειξω και το αεροπορικο εισιτηριο, αλλα ενα μικρο ψεμα οτι μου το ειχε στειλει η μητερα μου στην αεροπορικη εταιρεια, του εδωσε το αλλοθι να μου πατησει μια σφραγιδα στο διαβατηριο μου, που μου εδινε την αδεια να μπω στην Αγγλια για ενα μηνα.
Επιβιβαστηκα λοπον ξανα στο λεωφορειο και αφου περασαμε το Folkstone, μια πολη αρκετα κοντα στο λιμανι κατευθυνθηκαμε ολοταχως προς Λονδινο.
Οταν φτασαμε χαιρετησα το Κυπριο και εμεινα μονος στο κεντρο ψαχνοντας να βρω πιο λεωφορειο θα με πηγαινε στο αεροδρομιο. Καποιος μου εδειξε πως να παω στην αφετηρια κι ετσι μετα απο μια αποτυχημενη προσπαθεια οπου πηρα λαθος λεωφορειο, τελικα εφτασα στο αεροδρομιο κουρασμενος και ανυσηχος για το αν θα μου εφταναν τα χρηματα για το εισιτηριο.
Προχωρησα προς τον κισε της LAKER TOURS και ρωτησα ποτε υπηρχε πτηση για τη Νεα Υορκη. Μου απαντησαν σε τρεις ωρες και ρωτησα ποσο κοστιζει.
Η τιμη ηταν τριπλασια απο τα χρηματα που ειχα.
Και τωρα? Τι γινεται τωρα? Σκεφτηκα.
Καθισα στα μεταλλικα καθισματα του αεροδρομιου και αρχισα να σκεφτομαι ποιες ηταν οι λυσεις που ειχα. Τιποτα δεν περναγε απο το μυαλο μου.
Για μια στιγμη μου ηρθε μια σκεψη απελπισιας. Σκεφτηκα να πουλησω το παλτο μου. Εκανα μερικες προσπαθειες αλλα ο κοσμος με κοιταζε περιεργα, σαν να εψαχνα χρηματα για τη δοση μου. Ντραπηκα αρκετα και ετσι ξαναεκατσα σ ενα ελευθερο καθισμα για να σκεφτω. Μετα απο λιγο παρατηρησα οτι διπλα μου δεν καθοταν κανεις. Ποιος ξερει γιατι...
Κατι επρεπε να κανω, αλλα τι?
Επρεπε τις επομενες δυο ωρες να εχω βρει τροπο να φυγω, μιας και υπηρχαν θεσεις στο αεροπλανο, οχι ομως και τα χρηματα, γιατι το επομενο ηταν την αλλη μερα το απογευμα.
Προχωρησα προς το κισε της εταιρειας αποφασισμενος.
Εκει μια υπαλληλος με ρωτησε τι θα ηθελα και ετσι αρχισα να της λεω οτι εχασα τα χρηματα μου και οι γονεις μου με περιμεναν στην Αμερικη. Της ζητησα λοιπον αν μπορουν να με εξυπηρετησουν μεσω της εταιρειας τους και θα τους εστελνα τα χρηματα με επιταγη απο εκει που πηγαινα.
Η απαντηση ηταν ξερη.
<οχι κυριε. Αυτο ειναι αδυνατον.>
Της ειπα ευχαριστω και απομακρυνθηκα παλι προς τα καθισματα.
Τοτε μου ηρθε στο μυαλο ενα τραγουδι μας και αρχισα να το σιγοτραγουδαω.
Η αγαπη, η αγαπη που χαθηκε στη σκονη...
Τι ειρωνεια.
Εμεις ειχαμε ενα τραγουδι που το ηξερε ολη η Ελλαδα και εγω δεν ειχα τα απαραιτητα χρηματα να ταξιδεψω. Ενα περιεργο πεισμα φωλιασε τοτε μεσα μου και ημουνα αποφασισμενος να κανω αυτο που ηθελα.
Σε μιση ωρα η κοπελα στο κισε ειχε φυγει, μαλλον αλλαξε βαρδια και ενας νεαρος καθοταν στη θεση της. Ηταν λεπτοκαμωμενος με θυληπρεπεις κινησεις που ειχαν μια ιδιαιτερη χαρη και ευγενεια.
Τον παρατηρουσα για λιγη ωρα και μετα σηκωθηκα και πηγα κοντα του. Το ιδιο παραμυθι οτι εχασα τα χρηματα μου και με περιμεναν οι γονεις μου, αυτη τη φορα συγκινησε πιο πολυ τον ευγενικο νεο απ οτι την προηγουμενη ψυχρη Αγγλιδα.
Μου απαντησε οτι αυτος δεν μπορουσε να κανει τιποτα, αλλα θα μιλαγε στη διευθυντρια.
Σηκωσε το ακουστικο του τηλεφωνου του και αφου μιλησε περιπου μισο λεπτο, μου ειπε να περιμενω.
Σε λιγο μια ευπαρουσιαστη κυρια εμφανιστηκε και αφου ο νεος με συστησε, μου ειπε οτι ειναι η μονη που θα μπορουσε να παρει καποια αποφαση για το προβλημα μου.
Μιλησαμε αρκετη ωρα και στο τελος αφου σκεφτηκε μου ειπε οτι η εταιρεια δεν μπορουσε να κανει τιποτα, αλλα αυτη προσωπικα θα μου εδινε το υπολοιπο ποσο του εισητηριου και αν δεν της εστελνα τα χρηματα θα τα πληρωνε απο το μισθο της.
Η χαρα ηταν ζωγραφισμενη στο προσωπο μου. Επιτελους ειχε βρεθει ο τροπος να ξεκολλησω απο εκει.
Την ευχαριστησα πολλες φορες απ οτι θυμαμαι και ετσι τωρα περιμενα στην αιθουσα αναμονης του αεροδρομιου με προορισμο τη Νεα Υορκη.
Η θεση μου στο αεροπλανο ηταν στο παραθυρο και διπλα μου καθοταν μια ηληκιωμενη κυρια και πιο διπλα ο συζυγος της. Με ρωτησαν απο που ειμαι και αρχισαμε μια κουβεντουλα για τα Ελληνικα νησια που ειχαν επισκεφτει πριν καποια χρονια.
Το αεροπλανο ηταν στον αερα και περιμενα ποτε θα μας σερβιρουν το φαγητο μας, γιατι ουτε θυμομουνα απο ποτε ειχα να φαω.
Σε καμια ωριτσα μια μυρωδια μου εσπασε τη μυτη. Ανασηκωθηκα λιγο και ειδα οτι ειχαν ηδη ξεκινησει να σερβιρουν τα πρωτα καθισματα.
Οι σιελογονοι αδενες μου ειχαν αρχισει να εκκρινουν αρκετα υγρα. Το στομαχι μου γουργουριζε και το μονο που μπορουσα να σκεφτω, ηταν ποσο φαι θα εχει η μεριδα. Τι θα ηταν ουτε που μ ενοιαζε.
Η αεροσυνοδος ακουμπησε τους δισκους στα τραπεζακια μπροστα μας και μας ευχηθηκε καλη ορεξη. Χωρις καμια καθυστερηση αρχισα να τρωω το κοκκινιστο μοσχαρισιο κρεας μαζι με τη πατατοσαλατα και με εκπληξη εβλεπα οτι η ηλικιωμενη κυρια διπλα μου ετρωγε μονο το μικρο γλυκο που ειχε το μενου.
Μετα απο λιγα λεπτα ο δισκος μου ελαμπε, αλλα πειναγα κι αλλο. Γυρισα προς τη κυρια και αφου της ειπα οτι το μενου ηταν πολυ ωραιο, τη ρωτησα γιατι δεν ετρωγε.
Αυτη με ευγενια μου απαντησε οτι δεν της αρεσαν τα κοκκινιστα. Περιμενα λιγο ακομα και μετα χωρις δισταγμο την ρωτησα αν θα μπορουσα να φαω και το δικο της πιατο.
Ευχαριστως μου ειπε και το ακουμπησε ευγενικα στο τραπεζακι μου περνωντας τον δικο μου αδειο δισκο μπροστα της.
Με συγχωρειτε της ειπα, αλλα εχω δυο μερες να φαω. Καλα παιδι μου, μου απαντησε. Αμα θελεις μετα, εχω και ωραια σοκολατενια μπισκοτακια, μου ξαναειπε.
Δεν ηξερα τι ειχε αλλαξει, ομως η τυχη μου τωρα μου χαμογελουσε και σε λιγο τα προβληματα μου θα ειχαν τελειωσει. Μονο επτα ωρες ακομα, σκεφτηκα.
Μετα το γευμα ηρθε ενας ωραιος ζεστος καφες συνοδευομενος με τα ωραια σοκολατενια μπισκοτακια της ευγενεστατης αυτης κυριας.

Νεα Υορκη...

Στο αεροδρομιο της Νεας Υορκης δεν με περιμενε κανεις αφου δεν ηξεραν ποτε θα πηγαινα. Περασα ολους τους ελεγχους και ημουνα στη πιατσα των ταξι περιμενοντας για ενα.
Μολις μπηκα στο πρωτο που σταματησε, εδωσα στον οδηγο ενα χαρτακι με τη διευθυνση του αδελφου μου και του ειπα οτι μολις φτασουμε θα περιμενει λιγο να ειδοποιησω τον αδελφο μου να μου φερει χρηματα να τον πληρωσω. Δεν προλαβα να τελειωσω τη φραση μου, οταν με ενα αποτομο φρεναρισμα ο οδηγος σταματησε το αυτοκινητο, και με το χερι του ανοιξε τη πορτα. Παρακαλω βγειτε εξω, μου ειπε. Χωρις χρηματα δεν παω πουθενα, προσθεσε.
Στο επομενο ομως ταξι, ηξερα τι επρεπε να κανω. Εδωσα τη διευθυνση και δεν ειπα τιποτα. Μολις φτασαμε του ειπα να περιμενει λιγο και πηγα προς τη πορτα του σπιτιου του αδελφου μου. Χτυπησα το κουδουνι και η μητερα μου ανοιξε τη πορτα. Τα προβληματα ειχαν τελειωσει.
Το πρωτο πραγμα που εκανα την επομενη μερα, ηταν να στειλω με επιταγη τα χρηματα πισω στη διευθυντρια της αεροπορικης εταιρειας και μαζι μια καρτα που την προσκαλουσα να ερθει στην Ελλαδα οποτε ηθελε. Της ειχα γραψει θυμαμαι, οτι το σπιτι μου ηταν και σπιτι της. Μονο να ελεγε το ναι και ολα θα ηταν ετοιμα γι αυτην. Φυσικα ποτε δεν ηρθε και ποτε δεν επικοινωνησε μαζι μου.

8

Τρεις Φεβρουαριου 1986.
Τα γεννεθλια μου με βρηκαν παρεα με τους φιλους μου να παιζουμε στο σπιτι του Λαρρυ τα τραγουδια του Τσιμεντενιου Τρενου, προετοιμαζοντας ετσι εμας και τον ηχο μας για μια σειρα συναυλιων που θα αρχιζαν το Μαιο.
Εικοσιεννια χρονων τωρα πια και η πιεση του χρονου ειχε αρχισει να γινεται ορατη.
Πολλα ερωτηματικα γεννηθηκαν μεσα μου.
Συμμαθητες μου απο το γυμνασιο ειχαν κανει οικογενεια, η δουλεια τους ηταν σταθερη και γενικα ο προγραμματισμος της ζωης τους ηταν καθορισμενος.
Αντιθετα εγω βολοδερνομουν με τη μουσικη, χωρις κανενα ορατο μελλον σ αυτη τη χωρα που η μουσικη της γραμμη ηταν διαφορετικη απο τη δικη μας.
Αργα το βραδυ εφτασα στο σπιτι μου στη Πλακα, ενα δυαρακι και καθισα στο καναπε ανοιγοντας το στερεοφωνικο μου. Εβαλα το ‘Dark side of the moon” στο κασσετοφωνο ανοιγοντας ενα μπουκαλι Ουισκι .Στη καταψυξη, ευτυχως το μονο που υπηρχαν ηταν παγακια, ουτε θυμομουν απο ποτε. Εριξα μερικα στο ποτηρι μου προσθετοντας ουισκι μεχρι τη μεση. Διαφορες σκεψεις περναγαν απ το μυαλο μου.
Δεν μπορεσα να βγαλω συμπερασματα για το σωστο η το λαθος. Ειχα ζαλιστει λιγο και ασυνεσθητα σηκωσα το ακουστικο του τηλεφωνου σχηματιζοντας τον αριθμο της φιλης μου. Χρειαζομουν παρεα.
Καμια απαντηση.
Ηταν περιπου τρεις και μιση το πρωι και ημουνα μονος.
Η κασσετα ειχε τελειωσει, αλλα οχι και το μπουκαλι. Προσθεσα λιγο ποτο ακομα και πηρα τη κιθαρα στα χερια μου. Αρχισα να παιζω, μεχρι που τα βλεφαρα μου εκλεισαν και το πρωινο φως εκανε την εμφανιση του.
Το μεσημερι ξυπνησα ετσι εκει στο καναπε, με τη κιθαρα διπλα μου, το σταχτοδοχειο γεματο και μια ασχημη γευση στο στομα απο το ουισκι, που μαλλον επρεπε να ηταν μπομπα...
Γεμισα ενα ποτηρι νερο, εριξα μεσα μια κουταλια νες καφε, μια ζαχαρη και τα ανακατεψα με το κουταλακι. Ετσι με ειχε μαθει να κανω το καφε ο Ατρειδης και μ αρεσε αυτο το ανεμελο και αντρικο στυλ.
Ομως μεσα μου ειχε μεινει ακομα η απορια.
Επρεπε να παρω μια αποφαση. Θα συνεχιζα τη μουσικη?
Η σταδιοδρομια σ αυτο το ειδος μουσικης ηταν σαν να χτυπας το κεφαλι σου στον τοιχο τουλαχιστον για εκεινη την εποχη.
Μερικες γουλιες καφε και ο ηχος του τηλεφωνου ακουστηκε απομακρος αλλα καταλυτικος.
<ναι>
< τι κανεις...κοιμασαι?>ακουστηκε η φωνη του Αντωνη
<μολις ξυπνησα αλλα ειμαι χαλια..> του ειπα.
Α<καλα. οταν εισαι ετοιμος παρε με τηλεφωνο να σου πω για μια συναυλια που βγηκε>
Π<ενταξει...θα σε παρω σε λιγο.>
Α<μην αργησεις...κλεινω>
Π<σε λιγο...γεια σου>
Η μαγικη λεξη ειχε ερθει τη καταλληλη στιγμη. Μια συναυλια!! σκεφτηκα.
Τι? Μια συναυλια!!!! Αυτο ηταν.
Μα φυσικα και δεν θα μπορουσα να κανω τιποτα αλλο.ειπα μεσα μου χωρις καμια αμφισβητηση αυτη τη φορα.
Εβαλα το τζιν μου, μια μαυρη αθλητικη φορμα απο πανω, εριξα λιγο νερο στο προσωπο μου και σηκωσα το τηλεφωνο.
<ελα Αντωνη....σ ακουω>
Α<ξυπνησες..η στον αερα μιλαω?>
Π<ενταξει ειμαι τωρα..σ ακουω>
Α<ειναι μια συναυλια στο θεατρο του Πειραια με ελευθερη εισοδο.τα λεφτα ειναι καλα και θα γινει χαμος...γουσταρεις?>
Π<αν γουσταρω λεει....ποτε θα γινει?>
Α<την αλλη Δευτερα>
Π<ωραια..παρε και τους αλλους τηλεφωνο και τα λεμε μετα. Ενταξει?>
Α<εγινε....τα λεμε αργοτερα.γεια.>
Αυτες οι στιγμες ηταν η ελπιδα , μαζι και η προφαση που με εκαναν να συνεχιζω χωρις αναστολες, μεχρι οπου πηγαινε.
Η συναυλια τελικα εγινε και ειχε μεγαλη επιτυχια. Ειχε τοσο κοσμο που απο ο εξωστης του θεατρου ειχε αρχισει να παλλεται περιεργα. Ευτυχως ομως αντεξε στις ρυθμικες δονησεις των φανατικων μας φιλων που μας αποθεωσαν στη κυριολεξια. Ομορφες στιγμες, πραγματικα.
Υπηρξαν πολλες παρομοιες συναυλιες, οπως για παραδειγμα στη Κατερινη, οταν ανοιξαν οι πορτες του κινηματογραφου που θα παιζαμε και ο κοσμος απο τη μανια του να βρει μια καλη θεση εσπασε τα τζαμια της εισοδου, χωρις ευτυχως να τραυματιστει κανεις.
Ομως οι καλες στιγμες δεν ηταν συνεχεια. Δηλαδη στη Λαρισα οταν τελειωσαμε και ειχε ερθει η ωρα της πληρωμης, ο ιδιοκτητης της ντισκο ειχε εξαφανιστει και μειναμε ετσι εκει χωρις να ξερουμε τι να κανουμε γιατι δεν ειχαμε χρηματα να επιστρεψουμε στην Αθηνα. Και δεν εφτανε αυτο, αλλα δεν ειχε πληρωσει και το ξενοδοχειο με αποτελεσμα να μας ζητανε να πληρωσουμε. Αυτη τη πολη τη ειχα μισησει για πολλα χρονια. Η μηνυση που του εγινε δεν εφερε ιδιαιτερα αποτελεσματα, γιατι ενω δικαιωθηκαμε τελικα κανεις δεν μπορεσε ποτε να τον βρει.

Εκεινο το μεσημερι ηταν ομορφο. Αλκυονιδες μερες και ο χειμωνας θυμιζε καλοκαιρι. Ξεκλειδωσα τη μηχανη μου απο τη κολωνα που την ειχα δεσει και ανεβηκα πανω της. Εβαλα το κρανος μου και το κλειδι γυρισα τη μιζα αφηνοντας ενα ηχο που καθε φορα οταν τον ακουγα εφτανε βαθια μεσα στη ψυχη μου. Αγαπουσα αυτη την αισθηση.
Εβαλα πρωτη στο κιβωτιο ταχυτητων και ξεκινησα. Που θα πηγαινα δεν ειχε καμια σημασια. Μονο να πηγαινα ηθελα.
Μετα απο μερικες βολτες, κατεληξα στο σπιτι της φιλης μου. Εβαλε κι αυτη το κρανος της και προχωρησαμε προς Κηφισια.
Στο φαναρι της Φιλοθεης, πανω σε μια κολωνα ειχε μεινει μια αφισα μας απο μια παλια συναυλια. Περιμενα να αναψει πρασινο και ξεκινησα. Λιγο πιο μετα, ενα αυτοκινητο μας προσπερασε με ανοιχτο το παραθυρο και ακουσα τη Σκονη να παιζει δυνατα. Κοιταζα περιεργα, σαν να μην ειμαστε εμεις αλλα καποιοι που ξερω, χωρις να εχω αντιληφθει οτι τελικα οι Τερμιτες ειχαμε γινει γνωστοι. Παντου στο δρομο, στα περιοδικα ακομα και στη τηλεοραση υπηρχαμε κι ομως δεν το ενιωθα. Μαλλον το οικονομικο δεν τεκμηριωνε την επιτυχια. Ηταν πολυ περιεργο.
Ο καιρος περνουσε γρηγορα και ομορφα τις πιο πολλες φορες. Ο Ατρειδης πολλα βραδια μας διηγοταν μια ιστορια για εναν κρυμμενο θυσαυρο στο Φτελιο και πως ειχε προσπαθησει να τον βρει, αλλα ακομα δεν τα ειχε καταφερει. Ειχε φτασει πολυ κοντα οπως ελεγε, μα η σπηλια που ηταν κρυμμενος, ειχε αρκετο βαθος και επρεπε να εφοδιαστει σκοινια για να κατεβει και καποιο αυτοκινητο 4Χ4 για να τον μεταφερει οταν τον εφερνε στην επιφανεια. Εκεινη την εποχη ηταν που σιγα σιγα ειχε αφησει πισω του την Αθηνα και εμενε το μεγαλυτερο χρονικο διαστημα στο Φτελιο, σ ενα ξυλινο καταπληκτικο σπιτι που ειχε σχεδιασει και κατασκευασει ο ιδιος, απο κορμους δεντρων και απο παλιες ξυλινες κολονες της ΔΕΗ.
Ακριβως διπλα σ αυτο το σπιτι, ειχε αγορασει ο Γιωργος με τον αδελφο του ενα μικρο κομματι γης διπλα σε ενα ποταμακι και ειχε φτιαξει κι αυτος μονος του τις βασεις απο ενα μικρο σπιτι, που απο τη μια πλευρα του ακουμπουσε στη γη και απο την αλλη πανω σ ενα δεντρο. Απο κατω απο το σπιτακι περνουσε το μικρο ποταμι. Ηταν δηλαδη κατι σαν γεφυρα. Μιλαμε οτι ολη η παρεα ηταν υπεροχη και ομορφα τρελλη. Το μονο που ελειπε απο τα σπιτια, ηταν το ρευμα γιατι η περιοχη ηταν ερημη εκεινη την εποχη τουλαχιστον. Ομως το πηγαδι εβγαζε ενα δροσερο και ευγευστο νερακι.
Καποια στιγμη που πηγα με τη μηχανη μου να επισκεφτω τον Ατρειδη για να κατσω λιγο μαζι του, τον συναντησα στο καφενειο του χωριου. Ειχε αρχισει να σκοτεινιαζει για τα καλα και οι περισσοτεροι χωριανοι ηταν μαζεμενοι εκει. Η συνηθεια σ αυτα τα μερη τον χειμωνα, ηταν οι αντρες να τα πινουν στο καφενειο και οι γυναικες να κοιμιζουν τα παιδια, η απλα να τους περιμενουν.
Μας κερασαν λοιπον ενα μπουκαλι ρετσινα και καθως ειχαμε αρχισει να πινουμε, ο Ατρειδης μου αποκαλυψε οτι στο σπιτι του ειχε μια φιλη που τον περιμενε και ηθελε να την γνωρισω. Αισθανθηκα ξαφνικα, οτι μπορει να ενοχλω. Ειχα παει χωρις προειδοποιηση οπως συνηθιζαμε αλλωστε μεταξυ μας.
Π<εεε..δεν πειραζει...τωρα ειναι αργα....Καλυτερα αυριο να την γνωρισω...Για σημερα θα νοικιασω ενα δωματιο και αυριο θα βρεθουμε για φαγητο..μην την ανυσηχησω τετοια ωρα..>
Α<τι λες τωρα...η φιλη μου ειναι πολυ καλο κοριτσι και θα σε συμπαθησει...> ειπε γελωντας περιεργα
Μαλιστα καποιοι απο τα διπλα τραπεζακια που μας ακουγαν γελαγαν διακριτικα.
Π<και πως την εχεις μονη της και χωρις ρευμα σ αυτη την ερημια που ειναι το σπιτι!...δεν φοβαται?>
Α<ειναι παλληκαρι αυτη...δεν φοβαται!>
Γελια παλι απο τους διπλα.
Π<πως την λενε?>ρωτησα
Α<Μαρω>μου απαντησε και γεμισε τα ποτηρακια μας με κρασι.
Μαρω, σκεφτηκα. Επρεπε να ειναι απο το χωριο γιατι τετοια ονοματα δεν συνηθιζονται σε πολεις.
Περασε αρκετη ωρα, ηπιαμε ακομα μερικα μπουκαλια και ο Ατρειδης λιγο ζαλισμενος εβαλε τα γελια χωρις να υπαρχει ιδιαιτερος λογος.
Α<παμε σπιτι?>
Π<και δεν παμε..αφου δεν την πειραζει τη Μαρω τετοια ωρα..!!>
Α<θα μας περιμενει στην αυλη...θα δεις>
Π<με τετοιο κρυο και χωρις φως, αμφιβαλω..>του απαντησα
Σκεφτηκα οτι ισως το κρασι να μας ειχε πειραξει λιγο και ντρεπομουνα να εμφανιστουμε ετσι στη κοπελα. Ομως ο Ατρειδης επεμενε.
Ανεβηκα στη μηχανη μου, αυτος στο ηρωικο aglia και ξεκινησαμε για το σπιτι.
Το κρυο ηταν διαπεραστικο και το μονο που ηθελα ηταν να φτασουμε γρηγορα για να ξαπλωσω κατω απο τις βαριες χειμωνιατικες κουβερτες. Η διαδρομη, με συνεχομενες στροφες, δεν ηταν οτι καλυτερο μετα τα κρασακια που ειχαμε πιει. Ο επαρχιακος δρομος ηταν ερημος και το μονο φως ηταν απο το φεγγαρι που ηταν γεματο εκεινο το βραδυ.
Ειδα τον Ατρειδη που ηταν μπροστα, να στριβει στο χωματοδρομο του κτηματος του και τον ακολουθησα. Δεν υπηρχε πουθενα φως και σκεφτηκα πως η κοπελα θα κοιμαται.
Ο Ατρειδης βγηκε απο το αυτοκινητο, πηγε στο ξυλινο τραπεζι που ηταν εξω απο το σπιτι και αναψε τη λυχνια πετρελαιου.
Π<που ειναι η Μαρω?>ψιθυρισα
Α<περιμενε τωρα θα ερθει>απαντησε κοιτωντας γυρω γυρω σαν να εψαχνε κατι.
Ενας θορυβος ακουστηκε απο τη πλαινη πλευρα του σπιτιου που με τρομαξε. Φυσικο για ενα παιδι της πολης. Οχι ομως και για τον Ατρειδη. Αυτος γενικα, δεν φοβοταν τιποτα!
Α< Μαααρωωω.....Μαααρωωωω...ελα κοριτσι μου, μην φοβασαι..>
Π<καλα ρε τρελαθηκες?>
Α<περιμενε.....ερχεται. Δεν σε ξερει και φοβαται λιγο..>
Τοτε καταλαβα οτι μαλλον καποιο σκυλακι θα ηταν που το ειχε ονομασει ετσι και αρχισα να γελαω.
Η εκπληξη μου ηταν μεγαλη, οταν τελικα ειδα τη Μαρω να πλησιαζει και δεν ηταν ουτε σκυλακι, ουτε γατακι, ουτε καποιο συνηθισμενο κατοικιδιο.
Μεσα στο μισοσκοταδο, διεκρινα τη μουσουδα απο ενα μικρο και πανεμορφο αλεπουδακι!!
Η Μαρω ηταν αλεπου!
Π<τι αστερι ειναι αυτο ρε?>
Α<κατσε να σε γνωρισει και μετα θα παθεις πλακα απο τα παιχνιδια της>
Μετα απο δεκα λεπτα περιπου, η Μαρω καθοταν παρεα μας μεσα στο σπιτι και εκοβε με τα δοντια της τα λαστιχα απο το ψαροντουφεκο του Ατρειδη. Επαιζε με οτι εβρισκε μπροστα της. Π<καλα..απο που την μαζεψες αυτη?>
Α<τη βρηκα στο βουνο μονη της πριν μερικους μηνες>
Π<και?>
Α<και την λυπηθηκα. Περιμενα μηπως ερθει η μητερα της αλλα τιποτα. Θα ψοφαγε η καψερη..>
Π<και σε συνηθισε αμεσως?>
Α<απο τη πρωτη μερα κιολας. Ειχε μια πεινα!! Μολις της εδωσα κατι ψαροκοκκαλα τα καταβροχθισε με τη μια!>
Ετσι, κατω απο το λιγοστο φως της λαμπας πετρελαιου, ηρθε το ξημερωμα που μας βρηκε ακομα ξυπνιους να μιλαμε για αλεπουδες, θησαυρους και για το φαντασμα του χωριου που τρομαζε τους ντοπιους. Η Μαρω κοιμοταν ησυχη κατω απο το κρεββατι μου. Για μια στιγμη σταματησαμε να μιλαμε. Μας ειχε παρει ο υπνος.

Ηταν Απριλιος νομιζω, οταν επρεπε να παμε στη Πελλοπονησο για δυο προγραμματισμενες συναυλιες.
Ξεκινησαμε λοιπον με τη γνωστη συνθεση, με μονη αλλαγη το Νικο, ενα φιλο μου απο τα μπιλλιαρδα, που ειχε ερθει μαζι μας.
Η πρωτη εμφανιση στη Πατρα, οπου θα παιζαμε μεσα σε ενα φερρυ μποτ, που συγχρονως θα επλεε στα ανοιχτα του Πατραικου κολπου και η δευτερη στη κεντρικη πλατεια του Πυργου, με οργανωτες τη τοπικη αυτοδιοικηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Ξεκινησαμε λοιπον με αρκετο κεφι, παρα το γεγονος οτι ο καιρος ειχε αρχισει να αγριευει και οι συναυλιες ηταν σε ανοιχτους χωρους.
Ο Νικος κι εγω ειμασταν στη μηχανη και οι αλλοι στο αυτοκινητο. Λιγο πριν φτασουμε στη Κορινθο, ενα μπουμπουνητο τρανταξε την ατμοσφαιρα και με μια κινηση του χεριου μου εκανα νοημα στο Νικο οτι σε λιγο θα εβρεχε. Σηκωσα το διαφανες προστατευτικο του κρανους μου και μυρισα την ομορφη μυρωδια της βροχης που ερχοταν. Κατεβασα ταχυτητα και επιταχυνα για να προλαβουμε να φτασουμε σε καποιο βενζιναδικο πριν μας πιασει η μπορα και γινουμε χαλια.
Οι πρωτες ψυχαλες αρχισαν να πεφτουν με δυναμη πανω στο κρανος μου και με αναγκασαν να χαμηλωσω ταχυτητα λογω της ολισθηροτητας του δρομου. Μετα απο λιγα λεπτα η μπορα ειχε δυναμωσει για τα καλα, αλλα ευτυχως τα δερματινα μπουφαν που φοραγαμε μας κρατουσαν για λιγο στεγνους μεχρι να βρισκαμε που θα σταματουσαμε. Περασαμε τη γεφυρα του Ισθμου και σταματησαμε στο σουβλατζιδικο εκει διπλα.
Οι αλλοι ηταν αρκετα πισω κι ετσι βρηκαμε το χρονο να ξεκουραστουμε τρωγοντας μερικα απο τα πιο διασημα σουβλακια της Πελλοπονησου.
Η βροχη δεν ελεγε να σταματησει και ο ουρανος γινοταν ολο και πιο μαυρος.
Καποια στιγμη μετα απο μια ωρα, αφου φτασαν κι αλλοι, ανεβηκαμε παλι στη μηχανη και ξεκινησαμε για το προορισμο μας υπο τη πιεση της
αμφιβολιας για το τι θα γινοταν με τη συναυλια αν συνεχιζε κατ αυτο το τροπο η βροχη.
Φτασαμε λιγο καθυστεριμενα στη Πατρα και πηγαμε απ ευθειας στο ξενοδοχειο. Εκει μας περιμενε ο διοργανωτης που μας καθησυχασε οτι και να μην γινει η συναυλια τα λεφτα μας θα τα περναμε, γιατι ηταν σπονσοραρισμενη απο καποια πολιτικη νεολαια. Το φερρυ μποτ ηταν ετοιμο και το μονο που ελειπε ηταν να παμε για το τεστ ηχου.
Η καταιγιδα ειχε σταματησει αλλα τα συννεφα ηταν ακομα εκει καταμαυρα και απειλιτικα. Το οτι ειχε σταματησει ομως, ηταν μια ελπιδα για τη συνεχεια της βραδυας.
Το τεστ ηχου ειχε τελειωσει. Ολα ηταν ετοιμα και στη θεση τους. Ο Νικος κι εγω ειχαμε αγορασει ενα μπουκαλι Southern Comfort και αραχτοι εκει καπου στη προκυμαια περιμεναμε την ωρα ολο πινοντας και καμια γουλια.
Ειχε παει επτα η ωρα και σε λιγο επρεπε να εμφανιζεται ο πρωτος κοσμος, οταν ενα καινουργιο μπουμπουνητο με συνοδια χοντρων ψιχαλων, ακουστηκε παλι στον ουρανο. Σε μερικα λεπτα οι ουρανοι ειχαν ανοιξει και καταρρακτες τα νερα στους δρομους.
Εμεις ειχαμε παει μεσα στο φερρυ μποτ περιμενοντας να μας πουν τι να κανουμε.
Περιεργως ενα ζευγαρι κατω απο μια ομπρελα, περιμενε στη προκυμαια και περιμεναν ποτε θα αρχιζαμε. Αυτο θα πει φανατικοι οπαδοι.σκεφτηκα.
Δεν θυμαμαι για ποιο λογο, αλλα το πλοιο επρεπε να φυγει απο εκει που ηταν και να παει απο την αλλη μερια του λιμανιου να δεσει. Ισως εξ αιτιας του καιρου, αλλα αυτο που ακολουθησε ηταν πολυ αστειο.
Ενω καθομασταν ολοι μαζι και σχολιαζαμε το μοναδικο ζευγαρι που ακομα περιμενε, στα ηχεια του πλοιου ακουστηκε μια φωνη που ελεγε με σοβαρο υφος....
<το πλοιο πρεπει να δεσει στην αλλη μερια του λιμανιου, γι αυτο οσοι ειναι για τη συναυλια ΟΛΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΜΟΛΟ>
Το τι γελιο επεσε δεν λεγεται.
<ποιοι ολοι ρε μαλακα..χαχαχαχαχα>φωναξε ο Νικος
Π<ολοι μαζι..με μας, η χωρια .?.....χαχαχαχαχα>
Λ<μην σπρωχνεστε ρεεεεε......>
Π<μα τοσο μαλακας μπορει να εισαι ρεεεεεε..χαχαχαχαχα>
Ολοι ειχαμε ξεκαρδιστει στα γελια.
Τελικα η συναυλια ακυρωθηκε και ηρθε η ωρα της πληρωμης. Φυσικα δεν θα περναμε το αρχικα συμφωνημενο ποσο, αλλα τουλαχιστον τα εξοδα μας.
Ομως ο διοργανωτης ειχε ξεχασει τι μας υποσχεθηκε και τωρα δεν ηθελε να μας πληρωσει. Μεγαλη φασαρια επακολουθησε, που τελικα κατεληξε στη συμφωνια να μας στειλει τη πληρωμη μας στην Αθηνα μετα απο μερικες μερες. Εμενα καθολου δεν μου αρεσε ο τυπος αυτος και ηθελα ευχαριστως να του σπασω τα μουτρα, αλλα με συγκρατησε ο Λαρρυ. Κακως φυσικα, γιατι ποτε δεν μας εστειλε τα χρηματα. Την αλλη μερα επρεπε να παμε στο Πυργο, μα ο καιρος ηταν εξ ισου κακoς οπως και τη προηγουμενη.
Π<εγω λεω να τους παρουμε πρωτα ενα τηλεφωνο για να μην πηγαινουμε αδικα. Ειναι που ειναι μακρια...>
Λ<καλα λες. Κατσε να βρω το τηλεφωνο και θα τους παρω αμεσως..>
Τελικα αφου ο Λαρρυ μιλησε μαζι τους, η απαντηση ηταν οτι
<βρεξει χιονισει τα χρηματα σας θα τα παρετε, γι αυτο να ερθετε οπωσδηποτε. Σας περιμενουμε.>
Η δυνατη βροχη εκανε εμας στη μηχανη να κραταμε την ιδια ταχυτητα με το αυτοκινητο. Τωρα το νερο ειχε ποτισει τα δερματινα μπουφαν και περναγε σιγα σιγα στα υπολοιπα ρουχα κανοντας το σωμα μας να κρυωνει. Καπου στη μεση της διαδρομης ολοι μαζι σταματησαμε σ ενα εστιατορτιο για λιγη ξεκουραση και φαγητο.
Εκει ο Μπαχ, που του αρεσε να κουλτουριαζει, αρχισε να βλεπει το θεμα βροχη φιλοσοφικα, γιατι φυσικα αυτος ηταν υπο τη προστασια της σκεπης του αυτοκινητου και οχι στον ανοιχτο ουρανο της μηχανης.
Μ<τι ωραια ειναι η φυση!! ειδικα με τη βροχη περνει ενα καταπληκτικο χρωμα ο οριζοντας!...πολυ μ αρεσει η βροχη...>
Λ< μα τι λες τωρα?> ειπε ο Λαρρυ εκνευρισμενος
Μ<ναι...κι οχι μονο αυτο, αλλα....> δεν προλαβε να τελειωσει
Λ<δεν αφηνεις τα Λονδρεζικα..λεω εγω, γιατι πολυ μας ζαλισες με τις μαλακιες σου!!>
Ενας μικρος καυγας εκανε τα πνευματα αλλα και τα σωματα να ζεσταθουν λιγο. Μονο φατουρο που δεν εφαγε ο Μπαχ εκεινη τη στιγμη.
Αλλαξαμε εσωρουχα και συνεχισαμε το ταξιδι μας.
Φτασαμε στο Πυργο με πολυ κουραση και η βροχη δεν ελεγε να σταματησει. Τελικα η κατασταση ηταν ακριβως η ιδια, με τη διαφορα οτι πηραμε ενα μερος των χρηματων μας κι ετσι μπορεσαμε να γυρισουμε πισω.
Αυτες ηταν πραγματικα δυσκολες στιγμες που καναν το ηθικο μας να πεφτει και τους καβγαδες μεταξυ μας να γινονται πιο εντονοι και πιο συχνοι.
Ενα μεσημερι μας ειδοποιησαν απο την εταιρεια μας, οτι ο διοργανωτης της συναυλιας των Dire Straits ηθελε να κανει μια μεγαλη συναυλια με εμας. Ο ανθρωπος αυτος με το ονομα Ιωσηφ Αβραμογλου ειχε μεγαλη εμπειρια απο διοργανωσεις και ειχε διαλεξει εμας για την επομενη κινηση της δικης του καριερας.
Βρεθηκαμε μαζι του αρκετες φορες μεχρι να καταληξουμε για το τροπο της εμφανισης και για το προγραμμα που θα ακολουθουσαμε.
Σιγουρα εκεινη τη στιγμη δεν ειχαμε αντιληφθει, ουτε εμεις αλλα ουτε κι εκεινος, οτι τελικα η συναυλια αυτη θα ηταν οροσημο για τα Ελληνικα μουσικα δεδομενα και θα εγραφε τη δικη της μοναδικη ιστορια.
Ετσι την εποχη εκεινη δεν καναμε τιποτα αλλο απο το να ετοιμαζομαστε για την εμφανιση μας στο Λυκαββητο. Ενα μερος που καθε μουσικος ονειρευοταν να παιξει. Αυτο ηταν σαν δοκιμασια για την απηχηση που ειχαμε στο κοσμο. Κατι σαν εξετασεις δηλαδη.
Ο Ιωσηφ ηταν αρκετα εξυπνος. Μας ειχε κανει να πιστεψουμε οτι η επιτυχια θα ηταν σιγουρη αν μονο τον ακουγαμε σε μερικα πραγματα. Δηλαδη στην ετοιμασια του ηχου, της εμφανισης, των συνεντευξεων και αλλα πολλα. Μας εκλεισε λοιπον ενα στουντιο οπου θα καναμε τις προβες μας με την ησυχια μας και δεν ξερω πως, ομως ηδη ειχε βρει σπονσορες για πολλα εξοδα και σχεδον καθε μερα μας φωναζαν για καποια συνεντευξη.
Η ημερομηνια ηταν προγραμματισμενη για τις -----------------------------.
Στη συναυλια θα συμμετειχαν ολοι οι καλλιτεχνες που ειχαμε συνεργαστει στο παρελθον. Δηλαδη ο Νταλαρας, ο Βαρδης, η Νταντωνακη, η Βοσσου που ειχε κανει φωνητικα σε τραγουδια μας, ο Μπουλας που ειχε τραγουδησει ενα τραγουδι του Λαρρυ, οι Κατσιμιχαιοι με το Συγκατοικοι ειμαστε ολοι στη τρελλα που ειχαν τραγουδησει μαζι με το Λαρρυ σε δισκο του Βαρδη και ο Γιοκαρινης.
Εφτανε ο καιρος και η αγωνια ηταν μεγαλη. Θα γεμιζε το θεατρο? Ηταν μια δοκιμασια πραγματικα που η εξελιξη της ειχε αμεση σχεση με τη πορεια των Τερμιτων. Εκει ηταν η απαντηση για το τι ειχαμε καταφερει στα χρονια που σπαταλησαμε επιμενοντας στον ηχο και τις συνθεσεις μας.
Αφισσοκοληθηκε ολη η Αθηνα, εξωφυλλα σε περιοδικα, συνεντευξεις και η εταιρεια μας εκανε προταση να ηχογραφησει τη συναυλια για να βγει δισκος. Φυσικα δεχτηκαμε, οπως δεχτηκαμε και τη προταση της ΕΡΤ να τη μεταδωσει ζωντανα απο το δευτερο προγραμμα, με παρουσιαστρια τη Μιχαλιτση. Πραγματικα κατι μεγαλο ετοιμαζοταν, αλλα δεν μπορουσα να φανταστω τι, εκεινη τη στιγμη.
Ανημερα της επετειου του Πολυτεχνειου ηταν μια επικινδυνη μερα για τη προσελευση του κοσμου και για τυχον ασχημο καιρο, λογω της εποχης. Ομως ολοι και ολα δουλευαν ρολοι και με πολυ μερακι.
Ειχε φτασει η μεγαλη μερα. Απο το πρωι ολοι ημασταν στον Λυκαββητο για να ετοιμασουμε τον ηχο και να εγκλιματιστουμε με το περιβαλλον. Το μεσημερι ενα μικρο διαλλειμα και παλι συνεχεια μεχρι να ειμαστε σιγουροι για τα παντα.
Αφου λοιπον τελειωσαμε με ολα αυτα, φυγαμε για να ξεκουραστουμε και το ραντεβου μας ηταν το βραδυ στο θεατρο.
Επιτελους ειχε ερθει η ωρα.
Στα καμαρινια υπηρχε συνωστισμος. Ανθρωποι απο διαφορα μουσικα περιοδικα ηθελαν να τους παραχωρησουμε καποια συνεντευξη, αλλοι απο την ΕΡΤ, αλλοι απλως περιφερονταν εκει χωρις να ξερουμε ποιοι ηταν και η κατασταση θυμιζε εμφανιση μεγαλου συγκροτηματος.
Στο καθε καμαρινι υπηρχε μπουφες με οτι μπορουσες να φανταστεις, λουλουδια στολιζαν τα τραπεζια και δημοσιογραφοι μαζι με τους φωτογραφους τους μπενοβγαιναν απο το ενα στο αλλο. Καθε ενας ειχε ενα μικρο ταμπελακι καρφιτσωμενο στο γιακα του, που του επετρεπε να περιφερεται στους ιδιαιτερους χωρους, αλλιως τα security τους απαγορευαν την εισοδο. Οσοι ηταν τεχνικοι η ειχαν σχεση με τη συναυλια φορουσαν κιτρινα μπλουζακια με το ονομα ΤΕΡΜΙΤΕΣ τυπωμενο πανω τους.
Σε δυο περιπου ωρες θα αρχιζε η συναυλια. Ολοι μας ειμασταν αγχωμενοι, αλλα ιδιαιτερα ο Λαρρυ, οπως συνηθως φυσικα, ομως αυτη τη φορα ηταν πολυ.
<σε μια ωρα αρχιζουμε...απο κοσμο πως παμε?..δεν πας να δεις λιγο...> μου ειπε ο Λαρρυ
<παω...ομως ειναι νωρις ακομα..>
Σε λιγο γυρισα και του ειπα οτι υπηρχε καποιος κοσμος, οχι ομως σπουδαια πραγματα.
Ο συνωστισμος στα καμαρινια συνεχιζοταν και τωρα ειχε φτασει η ομαδα της ΕΡΤ για τη ζωντανη ραδιοφωνικη μεταδοση. Η τηλεοραση δεν μπορεσε να ερθει, γιατι ολοι οι τεχνικοι και τα συνεργεια ειχαν παει στη Καλαματα λογω του μεγαλου και κατασροφικου σεισμου που ειχε πληξει τη πολη.
Ειχε απομεινει μιση ωρα πριν βγουμε, οταν καποιος μας ειπε οτι γινεται χαμος απο κοσμο που ερχεται στο Λυκαβηττο. Το μποτιλιαρισμα αρχιζε απο το Κολωνακι. Η αστυνομια απαγορευε στα αυτοκινητα να ανεβουν στο λοφο κι ετσι ολος ο κοσμος ανεβαινε με τα ποδια. Βγηκα λιγο απο τα καμαρινια προς τη σκηνη και ειδα στη κεντρικη εισοδο ο κοσμος να ειναι συνωστισμενος και το θεατρο σχεδον γεματο. Τα ηχεια του Λυκαβηττου επαιζαν σε δυνατη ενταση καποια κασσετα με βαρια κλασσικη μουσικη. Νομιζω Wagner.
Θεε μου!σκεφτηκα. Ολος αυτος ο κοσμος για μας!!
Οι κιθαρες ηταν κουρντισμενες απο τους βοηθους που ειχε φροντισει ο Ιωσηφ να εχουμε και τα λιγα λεπτα που ειχαν μεινει εμοιαζαν αιωνες. Το θεατρο εβραζε. Περιπου τεσσερις χιλιαδες μεσα και αλλοι τοσοι απ εξω που δεν χωραγαν να μπουν.
Τα φωτα εσβησαν και η μουσικη σταματησε. Ο κοσμος καταλαβε ετσι οτι απο στιγμη σε στιγμη θα εμφανιζομασταν και αρχισε να σφυριζει και να xειροκροταει.
<βγαινουμε> ακουστηκε ο Λαρρυ να λεει.
Σε λιγο ειχαμε ανεβει στη σκηνη που ακομα ειχε σβηστα τα φωτα και ο κοσμος τωρα ειχε ξεσηκωθει για τα καλα.
Καπνοι αρχισαν να βγαινουν απο τα ειδικα εφε και τα φωτα αναψαν. Πρωτο τραγουδι οι Πυτζαμανθρωποι, ο κοσμος ηρεμησε και διακριτικο χειροκροτημα ακολουθησε την εισαγωγη. Τα φωτα αλλαζαν σε διαφορες αποχρωσεις και ο ηχος ηταν καταπληκτικος.
Εκεινη τη στιγμη ζουσα κατι που θα θυμαμαι σ ολη μου τη ζωη. Το ονειρο! Το ονειρο που ειχαμε κανει χρονια πριν.
Οι μουσικες στιγμες εναλασσονταν συνεχεια. Τη στιγμη που εμφανιστηκε ο Νταλαρας, εγινε πανικος. Η Σκονη ηταν ηδη επιτυχια. Τα φωτα εσβησαν και εμεινε μονο μια κοκκινη αποχρωση στο stage με το Νταλαρα να τα δινει ολα. Οι κερκιδες ειχαν ενα φως σαν αμετρητα αστερια, απο τους αναπτηρες που κρατουσαν αναμμενους οι τεσσερις χιλιαδες θεατες. Οι ανθρωποι της ασφαλειας της συναυλιας, κρατουσαν ισα ισα το κοσμο να μην ανεβει στη σκηνη. Ακουγαμε τα ονοματα μας να μας φωναζουν απο κατω χωρις να ξερουμε ποιοι ηταν και η αδρεναλινη ειχε φτασει στο μαξιμουμ.
Ο Μπουλας με το Μιτζελο και πισω εγω με τον Λαρρυ

Ο Μπουλας με τον Γιωκαρινη εκαναν το κοσμο να τραγουδισει δυνατα και οταν ηρθε η ωρα του Βαρδη, τοτε πηρε φωτια το θεατρο. Μαζι του οι Κατσιμιχες και ο Λαρρυ τραγουγησαν το Σχημα Λογου και εμεις οι αλλοι Τερμιτες παιζαμε σφιχτα και δεμενα, με ηχο που σ εκανε να χοροπηδας. Ο Μιτζελος επαιζε τα σολο της ζωης του και ο Φιλλιπας ειχε σχεδον σπασει τα τυμπανα. Ολοι τα διναμε ολα! Η Βοσσου εκανε φωνητικα με το Λαρρυ και οταν τραγουδησε το Φιλαρακι, πιστευω οτι ο κοσμος μπορει να ακουγοταν εως το Κολωνακι.
Ειχαν περασει δυο περιπου ωρες και συνεχιζαμε σαν να ειχαμε αρχισει πριν απο λιγο. Τη στιγμη εκεινη βγηκε στη σκηνη η Νταντωνακη και ο κοσμος τη χειροκροτησε με ενα διαφορετικο τροπο που δεν μπορει να τον χαρακτηρισει κανεις, ομως ειχε το χρωμα του σεβασμου και της καταξιωσης. Ηταν σαν να υποδεχονταν καποια ιερεια της μουσικης και οχι απλως μια τραγουδιστρια. Κι ετσι ηταν. Η Φλερρυ ειχε το δικο της μοναδικο τροπο να ερμηνευει, που σ εκανε να χανεσε μεσα σε μελωδιες και σε διαφορετικους μουσικους κοσμους που ανακαλυπτες καθε φορα που την ακουγες. Ποτε δεν ηταν η ιδια. Ομως ηταν παντα υπεροχη.
Τωρα οι Τερμιτες μονοι στη σκηνη παιζοντας τα τελευταια τραγουδια και φυσικα αυτα που κανουν το κοσμο να μη θελει να τελειωσει η συναυλια. Τωρα ειχε ερθει η στιγμη της εκπληξης. Ενα καινουργιο τραγουδι. Πιστευαμε σ αυτο και το ειχαμε κρατησει για το τελος. Αρχισε λοιπον ο Λαρρυ να παιζει την ακουστικη κιθαρα και ο Μιτζελος εδινε τις μελωδικες απαντησεις στη φωνη με το χαρακτηριστικο του ηχο.
Στην ακρη του απειρου στιγμουλα του ονειρου
Μετα απο καποιες στροφες, ολο το συγκροτημα ειχε μπει στο τραγουδι και ειχε ερθει η στιγμη που πονταραμε. Στο ρερφρεν.
Ποσο σε θελω...Ποσο σε θελω...
Ολος ο κοσμος τραγουδαγε τωρα μαζι μας ενα τραγουδι που ακουγε για πρωτη φορα. Ακριβως κατω απο τη σκηνη με σηκωμενα χερια και σε κατασταση μη ελενχομενη καποιοι ηθελαν να ανεβουν στη σκηνη. Με δυσκολια τους κραταγαν, αλλα καποιοι τα καταφεραν. Αμεσως ομως τους κατεβασαν κατω. Ολοι μας τωρα ειμασταν στην ακρη της σκηνης και τραγουδουσαμε το ποσο σε θελω.
Με ενα θεαματικο μουσικο φιναλε τελειωσε το τραγουδι και αφου περασαν καποιες στιγμες με χειροκροτηματα και σφυριγματα, καληνυχτησαμε το κοσμο και κατεβηκαμε απο τη σκηνη. Τοτε εγινε το ελα να δεις. Τα φωτα που ειχαν αναψει εσβησαν παλι και με ενα σαλτο βρεθηκαμε πανω αρχιζοντας να παιζουμε τα πιο αγαπημενα μας τραγουδια. Μετα απο τρια τεσσερα, ανεβηκαν και οι αλλοι που ειχαν τραγουδησει μαζι μας και ολοι μαζι τωρα παιζαμε και τραγουδουσαμε το ποσο σε θελω για μια ακομα φορα. Οι φωτογραφοι ειχαν ανεβει πανω και με εμποδιζαν. Με μια σπρωξια εδιωξα εναν απο μπροστα μου και πλησιασα στην ακρη της σκηνης. Εκει εσκιψα και εφτασα τους μπροστινους θεατες που μ ακουμπουσαν και χτυπαγαν τις χορδες του μπασσου μου με τα χερια τους. Το ονειρο ειχε τελειωσει? Η μoλις αρχιζε? Κανεις μας δεν ηξερε.
Ετσι εκλεισε η συναυλια, με το κοσμο να περνει το δρομο της επιστροφης κι εμεις στα καμαρινια εξουθενομενοι αλλα πανευτυχεις, να μη θελουμε να πιστεψουμε οτι τελειωσε.


Περασαν πολλες μερες συζητωντας το γεγονος και τα περιοδικα που κυκλοφορησαν, μας ειχαν το πρωτο μουσικο θεμα. Ενας ακομα δισκος ηταν ετοιμος να εκδοθει και το συμβολαιο μας τελειωνε μετα απο εναν ακομα. Ειχαμε δηλαδη καιρο να σκεφτουμε την επομενη κινηση και να συνεχισουμε ακομα πιο δυνατα αυτη τη φορα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Ι

Το ΤΣΙΜΕΝΤΕΝΙΟ ΚΟΝΣΕΡΤΟ μολις ειχε κυκλοφορησει. Ηταν ενας δισκος που πραγματικα απεικονιζε με ακριβεια τη συναυλια του Λυκαββητου.
Οι πωλησεις πηγαιναν αρκετα καλα και εμεις συνεχιζαμε τις εμφανισεις μας με διαφορετικη πλεον εικονα αλλα και αυτοπεποιθηση.

Την συγκεκριμενη περιοδο πιστεψαμε οτι ισως με μια καριερα μονοι μας, θα ειχαμε καλυτερο μελλον εκματαλλευομενοι το μουσικο δαιβατηριο που λεγοταν Τερμιτες. Σκεφτηκαμε λοιπον να φτασουμε οσο γινεται πιο ψηλα το συγκροτημα και μετα να σταματησουμε πριν αρχισει η πτωση.
Ετσι μια μερα ο Λαρρυ εφερε τη συζητηση γυρω απο τη διαλυση του συγκροτηματος και θυμαμαι οτι του ηταν δυσκολη η στιγμη της προτασης του. Μας ειπε λοιπον, μετα απο το δισκο που ειμασταν υποχρεωμενοι βαση συμβολαιου να βγαλουμε, οτι θα συνεχιζε μονος του, αρα θα ηταν και το τελος των Τερμιτων. Χωρις φωνη το συγκροτημα δεν μπορουσε να υπαρχει. Και οχι μονο αυτο. Ο Λαρρυ ηταν και συνθετης στο συγκροτημα. Ηταν η ψυχη των Τερμιτων. Οταν πρωτακουσα αυτα που ελεγε δεν πιστευα στ αυτια μου οσο και να το ειχαμε συζητησει πριν. Το συζηταγαμε μεν αλλα ποτε δεν ειχαμε φερει τη τελικη στιγμη στο μυαλο μας Χρειαζομουν καιρο για να το βαλω στο μυαλο μου. Χρειαζομουν να φυγω για λιγο και να σκεφτω.
Απογοητευμενος αρκετα, ειπα να παω στο χωριο να βρω τον Ατρειδη και να κατσω λιγο μαζι του. Ηξερα οτι η παρεα μου του αρεσε και δεν θα του ημουνα βαρος. Σκεφτηκα οτι ισως να ημουν και η αφορμη να σταματησει για λιγο να πινει, γιατι το τελευταιο καιρο το ειχε παρακανει με το αλκοολ. Την αλλη κιολας μερα, μετα απο τρεις ωρες ταξιδι, ημουν εκει.
Ο χειμωνας στο χωριο ηταν δυσκολος. Το μονο που ειχε κανεις να κανει ηταν να παιζει χαρτια στο καφενειο της πλατειας και φυσικα να πινει. Για μενα ομως, ηταν οτι χρειαζομουνα εκεινη τη στιγμη.
Ολα ηταν καλα, ομως η ωρα του υπνου ηταν αρκετα δυσκολη για μενα, γιατι το σπιτι του Ατρειδη εκτος του οτι δεν ειχε ρευμα, ειχε γεμισει με αρουραιους. Η Μαρω ειχε φυγει στο βουνο για να ζευγαρωσει και δεν ειχε γυρισει πισω, με αποτελεσμα τα ποντικια να μην φοβουνται τιποτα.
Ειχε βραδιασει και ελαφρως εως πολυ ζαλισμενοι απο τα κρασια γυρισαμε σπιτι. Εκει αναψαμε τη λαμπα πετρελαιου και μετα απο λιγο πηγαμε στα κρεββατια μας.
Δεν ειχε περασει μιση ωρα, οταν ακουσα ενα θορυβο απο το παταρι του ξυλινου σπιτιου. Εβγαλα το χερι μου απο τις κουβερτες και δυναμωσα λιγο τη λαμπα. Κοιταξα γυρω γυρω, πανω, δεξια αριστερα, αλλα τιποτα. Αντε να σε παρει ο υπνος τωρα.σκεφτηκα.
Κουκουλωθηκα παλι με τις κουβερτες, ομως αυτη τη φορα τα αυτια μου και οι αισθησεις μου ηταν σε επαγρυπνηση.
Μετα απο πεντε λεπτα ησυχιας ακουσα ενα δυνατο χτυπημα στο παταρι συνοδευομενο απο ενα τσιριχτο και απο ενα ξαφνικο ροχαλητο του Ατρειδη. Αυτη τη φορα ανασηκωθηκα και η λαμπα δυναμωσε στο μαξιμουμ. Κοιταξα προς το παταρι αλλα τιποτα. Δεν υπηρχε περιπτωση να κοιμηθω. Αυτο ηταν σιγουρο.
Οι θορυβοι αυτοι συνεχιστηκαν για πολυ ωρα μεχρι που μες το μισοσκοταδο διεκρινα ενα καλωδιο να κρεμεται απο το δοκαρι του παταριου, λιγο πιο διπλα απο το κρεββατι μου. Σκεφτηκα οτι μπορει να ηταν και σκοινι, ομως δεν εδωσα ιδιαιτερη σημασια. Το πετρελαιο στη λαμπα σε λιγο θα τελειωνε, αλλα θα ξημερωνε κι ολας. Καθως λοιπον σκεφτομουν τι μπορει να ηταν αυτα τα τσιριχτα, κοιταξα παλι προς τα πανω, ομως το σκοινι που νομιζα οτι εβλεπα, ελειπε.
Πανικος μ επιασε οταν καταλαβα οτι το σκοινι δεν ηταν τιποτα αλλο παρα καποιο φιδι που ετρωγε ποντικια και τα τσιριχτα ηταν που τα επνιγε καθως τα εσφιγκε για να μπορεσει να τα καταπιει. Δεντρογαλια,σκεφτηκα.Τουλαχιστον δεν ειχε δηλητηριο. Ομως μονο το οτι ηταν ενα φιδι και καποιες δεκαδες ποντικια μεσα στο σπιτι,με εκανε να ανατριχιαζω.
Το πρωι ο Ατρειδης γελασε οταν του ειπα τη βραδινη μου περιπετεια και μου ειπε οτι επιτηδες δεν εδιωχνε το φιδι για να μην εχει πολλους αρουραιους.Εκατσα περιπου δεκα μερες μαζι του και αποφασισα να γυρισω πισω στον πολιτισμο που ειχα συνηθισει και ηξερα καλα.

2 .

Οταν γυρισα στους φιλους μου, τους βρηκα να μιλανε για τις καινουριες τους συνθεσεις. Ολοι ειχαν ενα περιεργο υφος.Ισως το ιδιο υφος να ειχα κι εγω χωρις να το καταλαβαινα. Ειχαμε μαλλον ξεχασει οτι εμεις το μονο που καναμε ηταν τραγουδακια και τιποτα παραπανω. Η επιτυχια μας ειχε αυξησει τον εγωισμο και ολοι μας βλεπαμε τη μετα Τερμιτων πορεια. Κανεις δεν το παραδεχοταν, ομως το εβλεπες καθημερινα στα ματια, στις κινησεις.
Ο τιτλος της καινουριας δουλειας ηταν <Περιμενοντας τη βροχη> και περιεργως, ενω δεν ειχα κανενα τραγουδι μου μεσα, μου αρεσε πιο πολυ απ ολες μας τις δουλειες. Οι προβες ειχαν γινει και hμασταν ετοιμοι για την ηχογραφηση.Το στουντιο ηταν ετοιμο κι εμεις διναμε τη τελευταια μας στουντιακη παρασταση σαν Τερμιτες. Ολα ηταν ετοιμα. Ο φιλος μας Ορεστης, ειχε βγαλει τη φωτογραφια του εξωφυλου και η σειρα των τραγουδιων ειχε οριστει. Ελειπε η τελικη μακετα.
Εγινε λοιπον οτι επρεπε να γινει και η δυσκολη στιγμη των φιλων και μουσικων ειχε φτασει. Το συμβολαιο μας ειχε λhξει και ειμασταν ελευθεροι απο τις εταιρειες αλλα και απο το ονειρο...
Δεν μ ενδιεφερε πια τιποτα.Ο δισκος ηταν υπεροχος. Ειχε πολυ ωραιο ηχο και μια μελαγχολια που ταιριαζε στη περιπτωση. Αυτο που ελειπε ηταν το τελευταιο αντιο μας προς τους φιλους των Τερμιτων. Ετσι ο δισκος στο κατω μερος του οπισθοφυλλου αναφερει.

< Θα ξαναφωτογραφηθουμε. Εγχρωμοι. Αχνιστοι. Προετοιμασμενοι. Θα εκδοθουμε σε επωνυμο περιοδικο κομιξ. Μπορωντας ο καθενας μας να χρησιμοποιησει τη φωτογραφια του σαν διαβατηριο, στον χωρο που θα συναντηθουν ζωντανοι και νεκροι με δεντρα και ουρανους offset. Θα ακολουθησει καυση εντυπων και θα εντοπιστει η αναγκη για το ζητουμενο ακορντο, απο το μουσικο κουτι! ΤΕΡΜΙΤΕΣ >
Ο δισκος βγηκε και δεν γνωρισε τοση επιτυχια οπως οι προηγουμενες δουλειες μας. Κρατηθηκε σε νορμαλ επιπεδα. Αυτο ομως δεν ειχε καμια σημασια πια για μενα. Ακολουθησαν μερικες συναυλιες και ειχε ερθει η ωρα του χωρισμου.

Ετσι τελειωσε η πολυταραχη ιστορια των Τερμιτων, εχοντας αφησει ολους μας στην αγωνια και την ελπιδα του αυριο.....

Τερμιτες
Λαυρεντης Μαχαιριτσας
Αντωνης Μιτζελος
Φιλιππος Σπυροπουλος
Παυλος Κικριλης
Τακης Βασαλακης (στους 2 πρωτους δισκους)
Τολης Σκαματζουρας (στο Armageddon)
Γιαννης Σπυροπουλος-Μπαχ (οταν ηθελε ηταν Τερμιτης )

ποιηση και στιχοι
Μιχαλης Μαρματακης
Ξενοφων Μπουρζακης
Χαρης Καφετζοπουλος
Γιαννης Σπυροπουλος
Παυλος Κικριλης

συνθεσεις
Λαυρεντης Μαχαιριτσας
Αντωνης Μιτζελος
Παυλος Κικριλης
Γιαννης Σπυροπουλος
Τερμιτες

http://www.termitesband.com/ το επισημο site των Τερμιτων
http://termitesband.blogspot.com/ Απο τον Κωστα Θεριουδακη με αγαπη και μερακι φτιαγμενο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

11 χρονια μετα -1998-
Δεν θυμαμαι ακριβως πως και που αλλα ενας απο τους Τερμιτες μου ειπε οτι ειχαμε μια προταση για μια μεγαλη συναυλια στο Ειρηνης και Φιλιας με αφορμη το περασμα των 10 περιπου χρονων της διαλυσης μας. Για μενα αυτο σημαινε οτι επρεπε να αφησω τις δουλειες μου που εκεινη τη στιγμη ηταν μεταξυ Ελλαδας και Βουλγαριας και να κατεβω στην Αθηνα για τις προβες που ηταν απαραιτητες μιας και ειχαμε να παιξουμε μαζι τοσα χρονια. Και οχι μονο αυτο, αλλα τουλαχιστον εγω ειχα να πιασω κιθαρα στα χερια μου τα τελευταια επτα χρονια.
Ετσι λοιπον αποφασιστηκε να γινει η συναυλια ακριβως την ιδια ημερομηνια που ειχε γινει η τελευταια μας μεγαλη συναυλια στο Λυκαββητο.Την ημερα της επετειου του Πολυτεχνειου.
Οι προβες αρχσισαν σε ενα στουντιο ηχου που ειχε κλειστει για μας και οι συνεντευξεις επεφταν βροχη. Θυμαμαι οτι ημασταν στα κεντρικα δελτια ειδησεων στη τηλεοραση και μαλιστα προσκεκλημενοι.Αληθεια δεν καταβαινα γιατι μας εδιναν τοσο πολυ σημασια τωρα και οχι πριν διαλυθουμε.Ισως γιατι τα τραγουδια των Τερμιτων αντεξαν στο χρονο τελικα, ο κοσμος τα αγαπησε και ο κυριοτερος για μενα λογος ηταν οτι ο Λαυρεντης ηταν η αιτια που τα κρατησε ζωντανα. Τα τραγουδουσε στις συναυλιες του χρονια τωρα μιας και ο κοσμος τα ζητουσε .Η πορεια του Λαρρυ ηταν και ειναι ανοδικη οπως ολοι ξερουμε κι αυτο επαιξε τον ιδιαιτερο λογο ακομα και για την προταση της συναυλιας αυτης. Καλη καριερα επισης εκανε και ο Μιτζελος, γιατι απεδειξε οτι εκτος του οτι ειναι πολυ καλος κιθαριστας τελικα ειναι και ενας εξαιρετικος συνθετης.
Ολα αυτα τα χρονια που περασαν οταν βρισκομουνα σε καποια πολη που ο Λαρρυ εδινε συναυλια ημουνα παντα εκει και ζουσα κι εγω τις στιγμες αυτες σαν να ημουν κι εγω στη σκηνη. Καμαρωνα το Λαρρυ σαν εναν Τερμιτη και οχι σαν μεμονωμενο καλλιτεχνη. Ετσι καθε επιτυχια του την αισθανομουν σαν δικια μου.
Ολα καλα ομως με τα χρονια που περασαν πολλα ειχαν συμβει. Μεγαλο πληγμα ο χαμος του Ατρειδη οταν ενα βραδυ επεσε με το μηχανακι του πανω σε μια ελια στο χωριο εκει που εμενε και ετσι μας αφησε με ενα τεραστιο κενο μεσα στις καρδιες μας, αλλα και με ενα μεγαλο ερωτηματικο για τη ζωη. Πριν απο χρονια σαν νεοι ποτε δεν μπορουσαμε να φανταστουμε οτι κατι μπορει να μας συμβει.
Ο Λαρρυ κι αυτος εκανε δυο εγχειρησεις στην καρδια και εγω ημουνα ετοιμος για χειρουργειο με σοβαρα προβληματα στη μεση.
Τελικα οτι κανεις στη ζωη το πληρωνεις απ οτι εχω πια καταλαβει. Αν γυρναγε ομως ο χρονος πισω, παλι τα ιδια θα εκανα.
<Τιποτα δεν εχει αλλαξει-τιποτα δεν ειναι οπως παλια>

Οι μερες περναγαν και ειμασταν ετοιμοι για τη συναυλια. Ξαφνικα αισθανθηκα το ιδιο αγχος που ειχαμε παντα πριν απο καθε συναυλια και αυτο με εκανε να αισθανομαι παλι νεος παλι ετοιμος για τα παντα.
Θα ηταν μια βραδια που θα επανενωνε παλι φιλους και θα επαληθευε το μυθο που δημιουργησαν οι Τερμιτες με τους εξι δισκους που κυκλοφορησαν. Μαζι μας θα ηταν σαν μουσικη στηριξη των τραγουδιων οι εξης μουσικοι.
Νικος Καρατζας(κρουστα), Αλεκος Παρασκευοπουλος(μπασο) και Δημητρης Μπελλος(πληκτρα).
Τα εφε θα ηταν εκπληκτικα και γενικα η σκηνη των 500 τμ θα ηταν κατι πρωτογνωρο για Ελληνικο συγκροτημα.
Απ οτι αποδειχτηκε αργοτερα, οχι μονο γεμισε το γηπεδο (15.000 κοσμος) αλλα εσπασε και το ρεκορ προπωλησεων εισιτηριων με 7.500 απο 4.000 που ειχαν οι Dire Straits στο συγκεκριμενο σταδιο.
Οι Magic de Spell ανοιξαν τη συναυλια σαν support γκρουπ, μιας και τους επιλεξαμε γιατι ηταν το μοναδικο συγκροτημα που ειχε μεινει απο εκεινη την εποχη και μαλιστα ειχαμε ξεκινησει μαζι την ιδια εποχη στην ιδια εταιρεια.
Ο κοσμος φωναζε και τα ηχεια του σταδιου ειχαν σταματησει.Τα φωτα κλειστα και περιμενουμε πισω απο τη σκηνη να μας δοθει το σημα για να ανεβουμε. Ξαφνικα αναβουν κατι τεραστια λειζερ και ενας μηχανικος τεραστιος τερμιτης αρχιζει να αναδυεται απο τη σκηνη προς την οροφη του σταδιου. Ο κοσμος παραλληρει και γενικα γινεται ο χαμος. Δεν κρυβω τη συγκινηση μου και αυτη η συγκεκριμενη στιγμη θα μεινει χαραγμενη στη ψυχη μου σαν η καλυτερη μετα την γεννηση των παιδιων μου.
Δυναμισμος τεραστιος και να που ειμαστε ακομα ζωντανοι σκεφτηκα.
Οταν ανεβηκαμε στη σκηνη ηταν κατι που δεν μπορουσα να φανταστω πριν απο λιγο καιρο. Μια λαοθαλασσα να φωναζει ρυθμικα τερμιτες.
Η συναυλια κρατησε περιπου τρισημισυ ωρες και οσοι καλλιτεχνες ηχαν συνεργαστει μαζι μας αλλα και μεμονωμενα με τον Λαρρυ ηρθαν να μας τιμησουν εκτος απο τον Νταλαρα που ελειπε στο εξωτερικο και τον Μ. Λιδακη που ειχε τα δικα του προβληματα. Για τον Λιδακη ειχα γραψει μετα απο την διαλυση μας σχεδον το μισο δισκο του με επιτυχια το Νιωθω πολλα.
Το τελος μας βρηκε να μιλαμε για τα παλια και να γελαμε παλι οπως τις καλες παλιες εποχες.

Η συναυλια αυτη κυκλοφορησε σε 2πλο cd και οπως μου ειπε αργοτερα ο Λαρρυ πηγαινε για πλατινενιο. Δεν ξερω τελικα τι εγινε μετα.


Περασαν αρκετα χρονια απο τοτε και ακομα υπαρχει στη μνημη μας η τελευταια μας συναντηση και ποιος ξερει...Παντα εχω την ελπιδα οτι θα χτυπησει το τηλεφωνο και θα ειναι καποιος που θα μας προτεινει την επομενη συναυλια. Ισως την 20 χρονια μετα...


Τελος

Σημειωση. Το 2πλο CD με τον τιτλο From Vertigo to Virgin (1988) μετα απο δικαστικη αποφαση κατοπιν αιτησεως μου, απαγορευτηκε να κυκλοφορει κι ομως ακομα πωλειται. Οι λογοι ηταν οτι ενω η εκδοση ηταν προσεγμενη απο εμφανιση, η καλλιτεχνικη επιμελεια ηταν απαραδεκτη και προσβλητικη προς εμενα. Εχει ανακριβειες οσον αφορα τα ονοματα των συνθετων και μαλιστα σε ενα σημειο αναφερει οτι στο τραγουδι <Νιωθω πολλα> συνθετης ειναι ο Μιτζελος ενω ειμαι εγω. Μπορει να το δει κανεις στα ονοματα των συνθετων στο δισκο με τιτλο <Νιωθω πολλα> του Μ.Λιδακη.
Επισης προσβλητικο θεωρησα οτι ειχε στο ενθετο συνεντευξεις απ ολους τους Τερμιτες εκτος απο εμενα που υπηρξα ιδρυτικο μελος. Ισως να ηταν ακριβο το τηλεφωνο απο πλευρας εταιρειας για να επικοινωνησει μαζι μου στη Θεσσαλονικη που ειχα μετακομισει τοτε...

Ακου αποσπασματα απο το Armageddon http://prognotfrog.blogspot.com/2006/12/plj-band-armageddon-greece-1982-psych.html